ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Συγγραφέας/Βιβλιοθηκονόμος Ιδρυτής ΦΕΞ Εκτύπωση E-mail
ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ 

Συγγραφέας / Βιβλιοθηκονόμος / Εκδότης “Θρακικών Χρονικών” /Ιδρυτής- Δ/ντής ΦΕΞ  
Ξάνθη, πρωί  / 25 Νοεμβρίου 1981.

 

Αγαπητέ μου Γιώργη 
Μοίρα των ευαίσθητων ανθρώπων είναι –φαίνεται– και το να υποφέρουν στη ζωή τους, εκτός από τις υποκειμενικές αιτίες
και από αφορμές εξωυποκειμενικές. Που έρχονται απ’ έξω και εισβάλλουν και τους επιτίθενται, ίσως για να δαμάζουν
τους ανθρώπους αυτούς μα και να δοκιμάζουν την αντοχή τους. Από τον κανόνα αυτόν δεν ήταν δυνατόν να εξαιρεθείς
και συ, καλέ και αγαπητέ μου φίλε.
Μια βδομάδα τώρα, από τη μέρα  που πήρα τ’ “Αμφίλεκτά” σου, μέχρι χτες, που υπολόγιζα ως θα επέστρεφες από
το επαγελματικό ταξίδι σου στη Σουηδία, για να επικοινωνήσω μαζί σου, διάβαζα και ξαναδιάβαζα τα ποιήματα σου,
ευφραινόταν η ψυχή μου και επικοινωνούσα με τη σκέψη σου, που για μένα είναι τόσο γνώριμη, σκέψη και ψυχή σου,
που εκφράζεται με τη λαλιά και τώρα εκφράστηκε με τον ποιητικό λόγο.
Όπως σου είπα και στο τηλέφωνο, Γιώργη, αυτά τα ποιήματά σου είναι μορφικά και σε περιεχόμενο, σε μουσικότητα
και σε τόνο υποβολής, πολύ προχωρημένα απ’ όσο τα ποιήματα σου στη συλλογή “Ανθρωπόσημο”.
Αν εκείνα που παρουσίασες πριν τρία χρόνια, μπορούν να χαρακτηριστούν δοκίμια ποιητικής σύλληψης, με μιαν έκδηλη
αναφομοίωτη επίδραση από διαβάσματα ποιητικά, που, παρ’ όλο που τα διαπερνούσε η ποιητική πνοή, σε αρκετά
σημεία υστερούσαν στην ποιητική τους ολοκλήρωση, τώρα 1981 με τα “Αμφίλεκτά” σου εμφανίζεσαι ένας ωριμασμένος ποιητής,
ένας συγκροτημένος τεχνίτης του λόγου, που έχεις καταφέρει να αποβάλεις κάθε ξένο στοιχείο,αφού πρώτα πέτυχες να τρυγήσεις τη γύρη του. 
Κρατώντας γερά τις ρίζες τις πατρογονικές, “με μια σπασμένη στάμνα”, αναπλάθεις απόηχους από παλιές αγάπες, καθώς περπατάς και συ,
όπως τόσοι “ανώνυμοι και βιαστικοί”,“στην πολυκοσμία του κεντρικού δρόμου”.
΄Ολη η ποίησή σου είναι μια κραυγή. Μια κραυγή για τη μοναξιά.

Δεν χρειαζόταν να ονομάσεις το αρχικό σου ποίημα “Μοναξιά”. Ήταν περιττό, μιά και η μοναξιά κραυγάζει συνέχεια στα ποιήματα σου,

στο ένα μετά το άλλο και μάλιστα, όταν ύστερα από λίγο θα ’λεγες «μιλούμε... (και) τα λόγια μας (δεν) τα καταλαβαίνουν τα παιδιά!».

Μια μοναξιά που ροκανίζει την καρδιά σου και σε μια στιγμή σε κάνει ν’ αναφωνήσεις “ορίζομε τη ζωή μας με το θάνατο”. 
Είσαι ένας απελπισμένος που δεν αποδέχεται! Και δεν είναι παράξενο, μια και στο αίμα σου κυκλοφορεί το αίμα του Καζαντζάκη,

του Ξυλούρη, του Θεοτοκόπουλου. Ένας απελπισμένος που βρίσκεις την ευκαιρία –και όταν απευθύνεσαι “Στο Στέφανο Ιωαννίδη”

(γνωρίζοντας καλά σε ποιο φαράγγι βγάζεις την κραυγή σου)– να πεις ότι «έκλεισαν / οι δρόμοι που γνωρίζαμε έκλεισαν / ...τόσα πράγματα έχουν πεθάνει μέσα μας!».

Μια απελπισία  που σε κάνει να φτάνεις σε ακραίες καταστάσεις, να μην εμπιστεύεσαι πια κανέναν.
Να «φοβάσαι, κάθε που βρέχει… τη χλόη που γεννιέται... να φοβάσαι να κοιτάξεις από το παράθυρο την ώρα που η αυγή ρίχνει στο δρόμο ένα όνειρο…», να κραυγάζεις:

«Δεν διεκδικώ τίποτα ! Αφήστε με!».
Γιατί η έκκληση “πες μου μια καλημέρα ν’ ανθίσω”; Κραυγή για τη μοναξιά αλλά και πάλι όχι παραίτηση και εγκατάλειψη...

«για να ’χουν τα παιδιά μας έναν ήλιο πιο όμορφο πάνω από τους δικούς μας τους τάφους».
Για τα “Αμφίλεκτα” σ’ ευχαριστώ ακόμη μία φορά, γιατί μ’ έδωσες τη χαρά να επιβεβαιώσω την πίστη μου, ότι έχω ένα φίλο αυτάδερφο και κρητικάκι “κοπέλι”, που είναι

στ’ αλήθεια αληθινός ποιητής. 

Στέφανος,