Νέα ποιήματα

 

ΞΟΔΕΨΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ


Ξόδεψα τη ζωή μου

ακροβατώντας σ'επάλληλα σχήματα

σε προσμονές ακαθόριστες και μεταθέσεις διαρκείς

ανοίγοντας παράθυρα διαρκώς

μια προς το θάνατο και μια προς τον κόσμο.

Ξόδεψα τη ζωή μου

κατά τον τρόπο των ανθρώπων που διαμαρτύρονται

κατά τον τρόπο των ανθρώπων που επιμένουν

να περπατούν ζωντανοί ,

ιχνηλατώντας  τον καιρό με το αίμα τους

μέσα από στίχους μοναχικούς και ιστορίες παγιδευμένες

δίχως προοπτικές, συσχετισμούς και ανταλλάγματα

χωρίς κανόνες,

ακολουθώντας τους δρόμους της καρδιάς

και της μοίρας τους.

Ξόδεψα τη ζωή μου

λεξιθετώντας τη βροχή και το σύννεφο

κι αναμεσίς τους διαγράφοντας κύκλους, έτσι

που να χωρούσανε τα παραμύθια μου

μαζί τους για να ταξιδέψω

και να κρυφτώ.

 

ΣΙΩΠΕΣ

 

 

Μνήμες πολύχρονες

χτισμένες στου καιρού τις σιωπές

πάνω σε δρόμους και τοίχους 

εκτεθειμένες ξένες και μοναχικές , 

κάποτε ξένες

καθώς τις συναντάς αμίλητος 

οκτώ η ώρα το πρωί που βιάζεσαι  

και τρεις τη νύχτα 

που λες πως ονειρεύεσαι

για να ξεχνάς.

 

 

ΑΤΙΤΛΟ 

 

Χτίζομε τη ζωή μας με ζαριές

πάνω σε πόρτες που σφαλνούμε

μ' ένα σταυρό χωρίς Θεό

αποκαΐδια και αποκοτιές  

π' ολημερίς μας κουβαλούμε

σε ετοιμόρροπο ιστό. 

Παίζομε τη ζωή μας στις ζαριές 

και όπως χάνομε ξεχνούμε

να κάνομε λογαριασμό

μ' αίμα νωπό γράφομε συνταγές

στον πήχη που ακροβατούμε 

και δεν ρωτούμε τον καιρό. 

 

 

ΤΑΞΙΔΕΥΩ

 

Ταξιδεύω σε μια κόλα λευκή

χτίζω τετράγωνα και κύκλους

χαράζω δρόμους

και τους αλλάζω και τους κρύβω

σε τοίχους, πόρτες, σιωπές

μνήμες πολύχρωμες,

που προστατεύω να μη φαίνονται

και περιμένουνε και δεν μιλούν.

 

 

ΠΑΡΑΜΥΘΙ 

 

Θα σου πω ένα παραμύθι απόψε 

για τον κυνηγημένο και τον κυνηγό 

για την  καρτερία,τη στωικότητα και τη λύπη

που βρέθηκαν μαχαιρωμένες σε χαλάσματα

στάζοντας αίμα .

Μα πιο πολύ θα σου  μιλήσω

-να είναι και πιο πιστευτό-

για υποθήκες ανθρώπων και λέξεων  

που επιμένουν κι επιγράφονται  από ανοίκειους  

πάνω σ' αναπνοές σταματημένες  

χωρίς να δίνουνε λογαριασμό. 

 

ΚΑΙ ΚΟΝΤΟΣΤΕΚΟΜΑΙ

                             

Και κοντοστέκομαι

και ξεψαχνίζω και παρατηρώ

μια δεν μπορώ και μια δεν φτάνω

κι αν φεύγω ξαναέρχομαι

κι αναρωτιέμαι κι απορώ

στα δεν πειράζει που με χάνω.

 

Και αντιστέκομαι 

σε φόβους πού κρυώνουν τριγυρνώ

φτιάχνω απάγκια και τους βάνω

παραμιλώ και σκέφτομαι    

ποιους δρόμους πρέπει να διαβώ

που να μπορώ να τους ζεστάνω.

 

Χρόνια να χτίζομαι  

στις ιστορίες οπού κατοικώ

και πια δεν ξέρω τι τις κάνω                                                                                                                           

σαν τις ρωτώ σκορπίζομαι 

σε λόγια  που ακροβατώ

ποια παραμύθια να γλυκάνω.

 

Εδώ που βρίσκομαι

στην άκρη του καιρού και με κοιτώ

αλλάζοντας τα κάτω πάνω

νοιάζομαι μα και θλίβομαι

όνειρα σαν τακτοποιώ

που με πονάνε και δεν πιάνω.

 

ΧΡΙΣΤΟΎΓΕΝΝΑ                                  

 

Χριστούγεννα και λείπει ο Χριστός από το σπίτι

σκοτώθηκε στον πόλεμο προχτές

μαντάτα, που παγώνουν, κρεμασμένα στο φεγγίτη

κι η λύπη κομματιάζει τις ευχές .

 

Τώρα από το σπίτι μας ο θάνατος δε λείπει

με μιαν εφημερίδα τυλιγμένος τριγυρνά

Πολέμησε και Σκότωσε, Γκρέμισ’ αυτό το σπίτι

και όταν  κοιταζόμαστε την  πόρτα μας, χτυπά.

 

Να είμ΄ εγώ, εσύ, ή αυτός που πεθαίνει

με μια πατρίδα αγκαλιά ξεσπιτωμένη

και με μια μοίρα στη σκλαβιά παραδομένη

που δε μπορεί και που δεν ξέρει να πεθαίνει;

 

Χρόνια πολλά, Χριστέ του Ιωσήφ, της Παλαιστίνης

Χρόνια Πολλά, Χριστέ των εφτάχρονων παιδιών που πενθούν

Χρόνια Πολλά στην ποδιά της μαυροφόρας εκείνης

πού ξεριζώθηκε μα λέει στους ανθρώπους ν’ αγαπούν.

 

Είναι Χριστούγεννα και όλα καλά

κοιμήσου παιδί μου  και Χρόνια Πολλά

πες, ότι έχει ο Θεός κι έναν άλλο Χριστό

μπορεί εμένα, εσένα, τον καθένα, Αυτόν.    

 

ΓΕΝΕΘΛΙΑ 

                 

Μεγαλώνεις, μεγαλώνω

σαν ψηλώνεις χαμηλώνω

κάνεις  όνειρα και λειώνω

που μυρίζουν και μεθώ.

 

Στις ματιές σου σκαρφαλώνω

γέλια και χαρές σηκώνω   

τη ζωή μου διορθώνω

και σου λέω σ’ αγαπώ.

 

Πέντε χρόνια στερεώνω

παραμύθια που σκαρώνω 

γιε μου δεν τα φανερώνω

να κρατήσουν για  καιρό.

 

Αν καμιά φορά βουρκώνω

αν συχνά σε καμαρώνω

ποιος θα πει σε αρματώνω

αστεράκι μου μικρό.

 

Έτσι ψάχνω αν μπορέσω 

τις ευχές μου να φυτέψω

στη ζωή σου πριν στερέψω

να καρπίσουν, πριν χαθώ.

 


ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ ΛΥΣΕΙΣ

 

Σκέφτεσαι λύσεις

μέσα στις τόσες παραιτήσεις

το πρόσωπο σου ν αντικρίσεις

πια δεν μπορείς.

 

Απαριθμήσεις

λογαριασμοί που δε  θα κλείσεις

καθώς θα ψάχνεις για να ζήσεις

ν’  αναστηθείς.

 

Αμφισβητήσεις

και μόνιμες αναχωρήσεις

έστω κι αν φύγεις θα γυρίσεις

και θ’ απορείς.

 

Επαναλήψεις

διατιμημένες συνειδήσεις

που να σταθείς, που ν’ ακουμπήσεις

να μη χαθείς..

 

ΔΡΟΜΟΙ

 

Δρόμοι σε κύκλους αδειανούς

και κατευθύνσεις συγκεχυμένες

δρόμοι της εγκατάλειψης

και της κραυγής

της προσμονής και της ελπίδας

δρόμοι θανάτου και σιωπής

οι δρόμοι μας σήμερα.

 

ΟΡΙΣΤΙΚΑ 

 

Μαζί σου πέθανε οριστικά

ένα ανυπεράσπιστο ερωτηματικό

εκτεθειμένο

αφού δεν τα κατάφερε, κατά που όφειλε

να αποκατασταθεί

χωρίς να δώσει μιαν εξήγηση τέλος πάντων

μονάχα πέθανε 

μαζί με το ενδεχόμενο μιας παραπάνω πλάνης

ίσως την πιθανότητα ενός πρόσθετου λάθους

ενός ακόμη θανάτου,

ενός επιπλέον καημού, αν εννοείς.

Και βέβαια μιλώ για σένα

τώρα που πέθανες για τα καλά

ετούτη τη φορά την τελεσίδικη

άσχετα από τους σεσημασμένους  θανάτους 

που επιτέλεσες,

περιστασιακούς ή και μεθοδευμένους

θανάτους ατυχείς

προσπαθώντας να μεταφέρεις το φόβο σου

να ξαναντύσεις την ψυχή σου, κατά που έλεγες

να λυτρωθείς.

Σήμερα πέθανες οριστικά

κάτω από το φως του αλαζονικού ήλιου

την ώρα πού σου μάθαινε 

το πως διαλέγει επιλεκτικά, ποιους θα φωτίσει  

μέσα από λιακάδες ανοιξιάτικες

και ποιους θα κάψει, ανεξαρτήτως καιρού  .

 

ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΙΩΠΗΣ

 

Μνήμες που ρίζωσαν 

στους δρόμους οπού περπατώ 

στις ζωγραφιές που ξεσκονίζω

στα σκεπασμένα χρώματα

με τα καρφιά.

 

Μνήμες της φυλλωσιάς 

και του αέρα που στεγνώνει

το δάκρυ του σύννεφου 

μνήμες αγγέλων ακατοίκητες 

στον ουρανό που κοιτάζω.

 

Μνήμες των ταξιδιών της σιωπής 

της βροχής και της πέτρας 

μνήμες του σούρουπου

οπού ματώνει κι αναπαύεται

σε βλέμμα υγρό. 

 

Μνήμες πολύχρονες που συναντώ

σε δρόμους, σε δέντρα, σε τοίχους.


ΕΙΠΕΣ

 

Είπες περνάει ο καιρός, είπες αλλάζει

καθώς αλλάζει δρόμο η βροχή και ο άνεμος

πάνω στα τραίνα

κάθε που ξεφορτώνουν στους σταθμούς.

Κι αν ήταν φίλε μου μικρή ετούτη η ζωή

βαλθήκαμε και την ξοδέψαμε  στο τσάμπα

πότε σε κύκλους και γραμμές ακαθόριστες

πότε σε απορίες και σιωπές παραιτημένες

σε αναμονές και όνειρα

που παγιδέψαμε εμείς.

Τώρα

τι να μου πεις για τη βροχή και τον άνεμο

τι για τα τραίνα με τις ελπίδες

για τη βροχή που μούσκεψε τη νύχτα μας

σε όνειρα δικαιολογίες και δισταγμούς.

Τι να μου πεις....

 

 

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ  

 

Tώρα τα πλοία μας

περνούν από άλλους δρόμους

φορώντας  χάρτινες σημαίες 

γεμάτες κύματα.

 

 

ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ                  

 

Λες δεν πειράζει μια φορά

λες δεν πειράζει δυο φορές

κάποτε συνηθίζεις να λες

δεν  πειράζει

 

είσαι ένας λυπημένος άνθρωπος

που δεν μιλά

 

και η ζωή σκυφτή μπρος στο μπαλκόνι σου

και η σημαία σου γερμένη στο κοντάρι της

αντίκρυ στο βοριά οπού φυσά

αποκομμένη και απρόθυμα

-πέρα από την όποια της συνθηκολόγηση-

αδύναμη και μόνη

καθώς κοιτά στον ουρανό

το δρόμο της βροχής και του σύννεφου

λες δεν πειράζει

την άλλη φορά θα γίνει Άνοιξη

και σκέφτεσαι αν θα προφτάσεις να τη δεις

 

έτσι

μέσα στην πρόφαση και μες στο δισταγμό

δίνοντας ολοένα παρατάσεις 

-μπορεί και παραστάσεις κωμικές-

 

Ωστόσο,

για σένα ήταν μια υπόθεση δύσκολη

δεν ήταν πρόφαση

σαν έμαθες, πως τίποτα πια δεν πειράζει…

 

...κι ακούς τους άλλους να σου λένε διάφορα

και ύστερα και άλλους να τους λεν

πως πάει ξεχάστηκε, τον πήρε ο καιρός

και δεν πειράζει… 

 

 

ΜΕΘΥΣΤΕΡΑ                  

 

Απ’  τα βαθιά ανέσυρα

κουτιά από ληγμένα φάρμακα,

μισογιατρεμένες σιωπές

κι απόπειρες ταξιδιών.

Έχτισα πόρτες και σκεπές

με συναρμογές πρόχειρες

ίσα μην πέσουνε και διαλυθούν,

ίσα για να προστατευτούν

από τη βροχή και  το φόβο.

Ύστερα

ξεδίπλωσα μια πολυκαιρισμένη σημαία

ζωγράφισα το όνομα σου

με στυμμένα νυχτολούλουδα και γαρύφαλλα

-πού  μπογιές- και την κρέμασα .

 

‘Όταν σε βρήκα

καλλιεργούσες ανέμους, χειραγωγούσες ποιήματα

και κόλλαγες μεταλλικά φτερά σε φώτα Νέον

με οξυγόνο.

Ξαφνικά πήρε να φυσάει

φύσαγε, φύσαγε, φύσαγε,

έπιασε φωτιά, γλώσσες θεόρατες

κάψανε διαβατάρικα σύννεφα

και ήρθε και η  βροχή

και όλα γίνανε βροχή, φωτιά,

απόγνωση και λάσπη.

 

Να θυμάσαι εκείνο το πρωί

είχα πάρει από έθνικ κατάστημα

ένα ανοιχτόχρωμο σάλι με κρόσσια γήινα ,

για να ταιριάζουνε στο μαύρο σου σακάκι

με τα ιδρωμένα καπνόφυλλα

που φύλαγες στη μέσα τσέπη

ιστορία και κειμήλιο .

Είχα αγοράσει ακόμη κι ένα πουκάμισο ουρανί

άσπρο και ουρανί

που θα φορούσα σε μεθύστερες μέρες

για να σου πω καλημέρα.

Μα τα ‘βαλαν σε τσάντα χάρτινη,

δίχως διεύθυνση και φίρμα

κι όπως τα βρήκε η φωτιά και η βροχή

χάθηκαν, χάθηκαν ,χάθηκαν

και ούτε στάχτη.

 

Να θυμάσαι, το χαμόγελο 

που μου χρωστάς.

                                                       

 

 

ΠΕΡΝΑΕΙ


 

Περνάει ο καιρός περνάει

αέρας που τρέχει στα χάη

και δεν σταματά.

 

Μικρός ποταμός που μεθάει

δάκρυα στους ώμους φοράει

χωρίς να ρωτά.

 

Φεύγει  η ζωή και γλιστράει

κρασί σε ποτήρι που σπάει

σωπαίνει, ξεχνά.

 

Κραυγή στον ιδρώτα γερνάει

ο τρόμος το φόβο ρωτάει

και δεν απαντά.

 

Περνάει ο καιρός περνάει

ζωή που στεγνώνει διψάει

ραγίζει, σκορπά.

 

Τ’ όνειρο αστέρια γεννάει

τους φέρνει και φως, τους γελάει

κι εδώ δεν κοιτά.

 


ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΕΙΡΑ.

 

Στην ίδια σειρά

αυτός που ακονίζει  μαχαίρια

κι αυτός που μετράει τα αστέρια

στην ίδια σειρά

αυτός που σκοτώνει

κι αυτός που πληρώνει

στην ίδια σειρά

ένας σταυροκοπιέται

ο άλλος καταριέται

ο ένας σε φιμώνει

κι ο άλλος σε σταυρώνει

και σου γελά.

Ανάβουν οι σηματοδότες

πειθαρχημένοι στρατιώτες

μες στη σειρά

μέσα στ’ αγιάζι

κάποιος τρομάζει

ο άλλος σαρκάζει

λες, δεν πειράζει

στην  ίδια σειρά ,

ένας παραπονιέται

ο άλλος δε μιλιέται

ο ένας είναι προδότης

κι ο άλλος Δον Κιχώτης

ο ένας με μαχαίρια

κι ο άλλος με τ’ αστέρια

να τα μετρά.

 

ΤΟΥ ΓΙΟΥ ΜΟΥ


Γ ιέ  μου, λίγο πιο πριν δεν υπήρχες.

Ως τότε, εγώ

τσουρουφλιζόμουνα στο φως του κεραυνού

αναρωτιόμουνα κάθε που κυνηγούσα ελπίδες

-κάποιες τις κατασκεύαζα-και προσπαθούσα

και πάθαινα και μάθαινα χωρίς να ξέρω,

τίποτα περισσότερο από διαψεύσεις, αντοχές, κυνηγητά

από τους δρόμους που οι αθροίσεις

λιγοστεύουν τη ζωή και τα πράγματα

σαν ταξιδεύουν αδιάφοροι τις σιωπές των ανθρώπων

με χίλιους λόγους για να τρελαθούν.


Σε είχα ονειρευτεί να χτίζεις παραμύθια

να τα στολίζεις με αριθμούς και με ονόματα

ύστερα να τα κρεμάς με ανεμόσκαλες

απ’ το χαμόγελο  του φεγγαριού

να μην τα φτάνουν οι κακοτοπιές και στα ξοδεύουν.


Σε αγάπησα τότε που δεν σε είχα.

Σε έβλεπα δικό μου στα πρόσωπα ξένων παιδιών

να ρωτάς και να γυρεύεις τον κόσμο

πάνω σε αλογάκια ξύλινα,

να μπουσουλάς και να κρατάς το δάχτυλο μου

και όπως σε κοιτούσα έλεγα μέσα μου

να δεις τι θα σου έχω εγώ, έλα να δεις.
 

Απρόσμενε, μικρέ μου αρχηγέ,

μάτια συνεπαρμένα που τρυγούν

το φως, την ευχή, τη λαχτάρα, εσύ μου έμαθες

ότι στεριώνουνε τα παραμύθια σαν γεννιούνται

από την έγνοια της αγάπης και για το δίκιο της ζωής.
 

Τώρα, θα μου δείχνεις, θα σου δείχνω

και θα τραβήξουμε μαζί

με τις φωνές και τη δροσιά της Άνοιξης σου

σε τόπους που υπόσχονται πως ξαγρυπνούν τα όνειρα

σε δρόμους πού δεν τα ρίχνουν στους γκρεμούς.


Να θυμάσαι

επειδή σε αγαπούσα απ’ τον καιρό που δεν σε ήξερα

σε αγαπώ και θα σε αγαπώ και όταν δεν θα μ’ έχεις.
 

Μόνο μη με ρωτήσεις αστεράκι μου για όλα τούτα

γιατί δεν φτάνουνε τα λόγια μου για να σου πω.                                 

 
 

ΑΤΙΤΛΟ

 

Θα σου φέρνω

κουρέλια από τον πόλεμο

να στολίζεις

τις κούκλες που αγαπάς.

 

ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ 

 

Κάθε πρωί ένα καλάθι αχρήστων

έξω από την πόρτα μας

μια παραπάνω κουβέντα

ένας ακόμη συμβιβασμός.

Είναι που βγήκαμε στο σφυρί

με όλα μας τα υπάρχοντα

με όλες τις υποσχέσεις μας

με ένα χαμόγελο, όχι δικό μας  πια.

 

Ο  ΑΕΡΑΣ

 

Για τα πανιά και το ταξίδι είναι ο αέρας έλεγαν

για να στεγνώνει τα ρούχα, τα νοτισμένα χώματα.

 

Εγώ τον έμαθα με τις αναπνοές, την κοκκινόσκονη του Λίβα

με τα καράβια και τα κύματα.

Τον έζησα με το χιονόνερο, που τρύπωνε στα λιόδεντρα ο βοριάς

μουσκεύοντας σκασμένα πρόσωπα και χέρια

τον έβλεπα στη σκόνη του καλοκαιριού,

ν’ ασπρίζει το περίγραμμα της αστιβίδας

να τρέχει και να κουλουριάζεται απάνω σε πεζούλια

να προσπερνά λιχνίζοντας έναν αγούδουρα ξεριζωμένο

κι ύστερα να κοπάζει να νικιέται και να χάνεται

στο φύλλωμα μιας χαρουπιάς, καταμεσήμερο Αυγούστου.

 

Ήταν και τ’ απογέματα στο βορεινό μπαλκόνι του σπιτιού

οπού φυσούσε αγριεμένος και με έσπρωχνε

κι ενώ αναρωτιόμουν και φοβόμουνα μην και με πάρει

κοιτούσα πως να κρατηθώ, για να χαζεύω λέει και να χάνομαι

στα σύννεφα που άλλαζαν διαρκώς σχήμα και χρώμα

στα όνειρα που στόλιζαν με ζωγραφιές τον ουρανό.

 

Πάλι θυμάμαι πως μας δρόσιζε 

στεγνώνοντας απάνω μας τα ιδρωμένα ρούχα

όταν τρυγούσα με τη μάννα μου, ώρες ατέλειωτες με ήλιο φονιά.

Και όταν έπεφτε το σούρουπο και νοιώθαμε τη λάβρα

να δυσκολεύει τις αναπνοές τον περιμέναμε,

στις άκρες των γερμένων φύλλων, μήπως φανεί.

 

Με λένε Γιώργη και όχι Γιώργο, μικρό με φώναζαν Γιωργή

τότε που έφευγα για το σκολειό με πάνινη τσάντα

με σταχωμένο αλφαβητάρι και βλέμμα ανήξερο

στριμώχνοντας στην τσέπη μου ψωμί κι ελιές.

 

Έξω από το παράθυρο και μακριά στα πόδια του βουνού

σε λάκκους και σε κορυφές, παρατηρούσα κι έβλεπα

να χτίζεται να πλάθεται και να γεννιέται η ζωή πάνω στο χώμα

κι ύστερα να σηκώνεται, να φεύγει μόνη και να κατοικεί

σε προσμονές ευλογημένες, εκεί που άκουγα και λέγανε

πως πλένεται στεγνώνει και βαφτίζεται η μοίρα των ανθρώπων

με τη βροχή και τον αέρα του Θεού.

 

Τώρα λιγόστεψε ο αέρας και τα καράβια πάνε χωρίς πανιά .

 

XΩΜΑ


                                      Όχι στα δυτικά το κεφάλι
                                      είναι για τους νεκρούς.
                                      Για ποιους νεκρούς μάνα.
                                      Για τους νεκρούς παιδί μου
                                      έτσι λένε, δεν ξέρω….

 

Φωνές χαμόγελα και δάκρυα δεν έχουν

δεν έχουν θρήνους φόβους και λυγμούς

ταξίδια, βιος και γυρισμό τώρα δεν έχουν

δεν περιμένει θάνατος γι’  αυτούς.

 

Καταμεσής του ουρανού και της νύχτας

ντυμένες τα παράπονα των εποχών

περιδιαβαίνουν οι ψυχές

αλλάζοντας ονόματα στο χώμα

σπέρνοντας σπόρους και ευχές

να παρηγορηθούν.

 

Θα δεις, βάζουν σημάδια και ξανάρχονται

στήνουν μεσίστιες σιωπές στον πόνο των ανθρώπων

για όσα δεν πρόφτασαν να ειπωθούν

από ψυχές ξεσπιτωμένες  σε ανέκταφα σώματα

που δεν παραπονιούνται ούτε διεκδικούν.

 

Χώμα κατάδικο, και αλύτρωτο

σε αναποφάσιστες παραμονές σταματημένο,

σε μνήμες αδιαπραγμάτευτες

οπού ξανασκεπάζονται να κοιμηθούν.

 

Χώμα που ανακυκλώνεις το ντουνιά

χτίζοντας με τη σπιθαμή τις αναπνοές των ανθρώπων

χώμα δικό μου  χώμα,

σε σκάβω, σε πατώ, σε προσκυνώ

και σε κοιτάζω

πότε σε σπίτια  με ανοιχτά  παραθυρόφυλλα

για φρέσκο αέρα,

πότε σε μονοπάτια  ταπεινά

πού ταξιδεύουν τη σταγόνα της βροχής

στα πόδια μιας μέλισσας καθώς τρυγάει μυρωδιές

στην άκρη ενός ελάχιστου φύλλου

ενός ανυποψίαστου βασιλικού, που μεγαλώνει

στην αυλή μου.

 

Μάνα μεγάλωσα  πολύ

και δίχως να το θέλω έμαθα

πως οι νεκροί και το χώμα

δεν έχουν ορίζοντα και προσανατολισμό.

 


ΑΤΙΤΛΟ


Αδιέξοδο σου λέω σ' αυτή την πόλη

οπού ο ένας γυρεύει να ζήσει

κι ο άλλος ζητά να πεθάνει

έτσι, στο τίποτα.

 


ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΏΝΑ


 

Δακρύζεις και βρέχομαι

βροντάς και φοβάμαι

κι ακόμη κρύβομαι Θεέ μου

σε παραμύθια φυλακές.

 

Πάει καιρός που θέλω να σου πω

πως κάποτε κουβέντιαζα

με ένα κομμένο φύλλο

που γύρευε το αίμα του πιτσιλισμένο

στους δρόμους της βροχής.

 

Το έβλεπα παραδομένο και ανήξερο

να πέφτει, να χτυπιέται και να ρωτά

το χώμα που περίμενε

τον ουρανό που το κοιτούσε

γιατί, γιατί,

γιατί μου πήρατε το αίμα μου, γιατί.

 

(Πρέπει να ήταν οι καιροί που πάλευα

με τις αιχμάλωτες μνήμες τις ηχηρές σιωπές

και νόμιζα ότι μπορούσα

μέσα από λόγια ξιπασμένα κι ατελέσφορα

μονάχος να σηκώσω το δίκιο του ντουνιά.)

 

Αργότερα

έμαθα να παρατηρώ τα χειμωνιάτικα φύλλα

να γράφω γράμματα σε φίλους άγνωστους

που δεν ταχυδρομούσα

γιατί δεν ήξερα  ποιον να εμπιστευτώ.

 

Έτσι μου μείνανε τα γράμματα

σαν παραμύθια

για όνειρα για παιδιά και για μένα.

 

Αυτό το γράμμα

μπορεί και να μην είναι ένα από αυτά.

 

ΟΙ ΠΑΛΙΑΤΣΟΙ

 
Παλιάτσοι που γυρνούμε και ξεχνούμε

και λόγια δανεικά αναμασούμε

σε ένα θέατρο σκιών

σκιές κι’ εμείς που δεν τις προσπερνούμε.

 

Τη μοίρα μας ποτέ δεν κυβερνούμε

στη λάσπη τη ζωή μας οδηγούμε

παζάρι των ποικιλιών

όπου τα όνειρα μας εκποιούμε.

 

Χειροκροτούν κι εμείς χειροκροτούμε

κι ανάλογα χαμόγελα φορούμε

στο νόμο των συναλλαγών

όπου ρημάζομε ξαναγυρνούμε.

 

Τσάκισαν τα φτερά μας , δεν πετούμε

νεκροί που για το θάνατο γερνούμε

σε δήθεν λόγια αξιών

αυτοσαρκάζομε κι  ακροβατούμε .

 

Παλιάτσοι που διψούμε που πεινούμε

σε δρόμους μοναχούς σαν τριγυρνούμε

αποκαΐδια των στιγμών

που καίμε μέσα μας να ζεσταθούμε.

 
ΣΕ ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ 

α.

Αητέ που ξέχασες στο λιόγερμα στις φτερούγες 

πότε ο χρόνος της επιστροφής.

β.

Θαρθούνε  μέρες που θα διαμαρτυρηθεί η σιωπή μας 

και θα νοιώσουμε ότι δεν είμαστε μονάχοι σ' αυτό τον κόσμο. 

Περίμενε !

 

ΣΚΑΙΟΣ ΧΩΡΟΣ 




Κρεμαστά της Βαβυλώνας πουλιά ,ημερωμένα νερά του Ευφράτη

δουλοχτισμένοι τύμβοι, λυγεροί, άχαροι σαρκοφάγοι. 

Απόψε θα μασήσω ένα κομμάτι από τη δάφνη σας 

να δικαιολογήσω κι εγώ, την εποχή μου.



ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ. 

 

Σπασμένες πόρτες, ραγισμένοι καθρέφτες.

Είναι η απώλεια της φωνής

του φόβου και του υπολογισμού

είναι εκείνα τα χιλιόμετρα της Εθνικής

με τους νεκρούς στα ρείθρα

να περιμένουν  το γιατρό, ν’  αναγνωρίσει

τον επιτέλους θάνατο .

Με χειροπέδες τ' απογέματα τελειώνουν

και το πρωί πλένονται μ΄εφιάλτες και με δάκρυα

ξανά .

Αλίμονο για αυτούς

που ακόμη κρύβονται στα παραμύθια

και ξεδιπλώνουν τη ζωή,

στις αποστάσεις  και στα συντρίμμια τους


AΤΙΤΛΟ

 

Εκκολαπτόμενα  αερικά και τρομαγμένοι αγγέλοι

δεμένοι με κομμάτια  σύννεφα  ταξιδεύουν.

Μέσα στις τσέπες τους κρατούν

ψιθύρους και αναπνοές των ζωντανών

κι ένα βιβλίο άκοπο με τα παράπονα των νεκρών

στα μυστικά του Θεού.

Χιλιάδες χρόνια δίπλα στα όνειρα των αστεριών

παλεύουν με βροντές και με αέρηδες

σέρνουν ευχές και κατάρες

πιάνουν κουβέντες με τον ουρανό

και κουβαλούν το γέλιο και το δάκρυ του

πότε στον ήλιο και πότε στη βροχή .

 

Αν έχεις μάθει να κοιτάς, τις νύχτες,

θα δεις που χαμηλώνουν ως τις στέγες των σπιτιών

ύστερα  κατεβαίνουν στις αυλές τους

ανοίγουν πόρτες και παράθυρα

και μπαίνουνε αθόρυβα στον ύπνο των ανθρώπων.

Είναι εκείνες οι φορές οπού ξυπνάς αλαφιασμένος

χωρίς να είσαι σίγουρος για τίποτα

αν ήτανε, ας πούμε, ξενομπάτες ή σκιές

γιατί  μες στο σκοτάδι

δεν γίνεται να  ξεχωρίσεις και να πεις.

 

ΤΟ ΚΟΥΤΙ

                                 Πρωτοχρονιά 2014               

                                                          στην Κέλλυ

Όνειρα, όνειρα έχτιζα

τα έβαζα σε παραμύθια και τα στόλιζα

ύστερα τα τακτοποιούσα σε κουτιά προσεκτικά

τα σκέπαζα με ονόματα να μην κρυώνουν

τους έβαζα αριθμούς για να τα βρίσκω,

αν μου χάνονταν,

τα φρόντιζα σου λέω

τους μάθαινα στη σιωπή πώς να πορεύονται

τρόπους τους έδειχνα να κρύβονται, ν’ αντέχουν

τα χάιδευα και έλεγα, μη μου φοβάστε

θα είμαι πάντα εδώ μαζί σας

μαζί μου θα είστε και εσείς, μονάχα εσείς.

 

Έτσι περνούσε ο καιρός

μέχρι που η ζωή έλαχε και μου έφερε μιαν άλλη

που ήξερε από παραμύθια, όνειρα και σιωπές.

Πάλι κυλούσε ο καιρός και φεύγανε τα χρόνια

και φέραν ξαφνικά το θάνατο

και πάγωσαν τα παραμύθια και τα όνειρα

και  ότι είχε απομείνει στα κουτιά.

 

Όταν σε βρήκα

αναρωτιόμουνα  για το αν σβήνουν οι φωτιές

εάν κυοφορείται η ελπίδα μες στη λύπη

εάν ξαναβαφτίζονται το γέλιο και η χαρά.

Κι έγινες η Ανάσταση, Χριστουγεννιάτικα

με τη ζωή ενός μικρούλη Γιάννη

που θα του μάθω να κρατά

μια γομολάστιχα για αριθμούς

να ψάχνει  και να αναγνωρίζει τη ζωή

από τις ζωγραφιές της

δίχως να ξαγρυπνά πάνω σε παραμύθια,

χωρίς να βάζει τα όνειρα του σε κουτιά

ούτε ν’ αναρωτιέται και να απορεί

γι’ αυτά και για μένα.

 

ΠΑΝΤΑ  ΦΟΒΟΜΟΥΝ

                                       του Γιάννη 

Πάντα φοβόμουν τα ναυάγια

τις μεταθέσεις, τις αναμονές

τα παραμιλητά των ανθρώπων

τους δισταγμούς των σιωπών.

Με τρόμαζαν

οι νύχτες που ξημέρωναν δειλά

με ξεπνεμένα παραμύθια ,

σε λιτανείες και σε προσευχές

σε παρενθέσεις  χωρίς όνειρα ,

ρίχνοντας το όνομα τους

στους δρόμους των ανέμων

και στις κραυγές της φωτιάς.

Κι ύστερα,

είναι και ότι έβλεπα

τις μέρες που σηκώνονταν αβέβαιες,

να απορούν για χρόνους και για εποχές

σε ίδια πεπραγμένα

με ίδια χέρια , με ματωμένα δάχτυλα

δάχτυλα οπού κράταγαν

μια τόση δα ελπίδα ορφανή

και την έσερναν.

 

Και  πορευόμουν και χανόμουνα,

σε κεντρομόλες τροχιές, σε διαψεύσεις

με ερωτηματικά παγιδευμένα,

σε απόπειρες επιστροφών.

Kαι έτσι, έμαθα

να ξεχωρίζω έμαθα

τα περιγράμματα  από τις μορφές,

τους καθημερινούς νεκρούς

από τους πεθαμένους,

στο τέλος

να τακτοποιώ θανάτους σε μνήμες

και να ορίζω  γιε μου τη ζωή

με τις αναπνοές.

 
 

ΥΣΤΕΡΑ ΟΙ ΣΙΩΠΕΣ



Ύστερα οι σιωπές

έγιναν ιστορίες κι ερωτηματικά

ξεκίνησαν να κατεβαίνουνε από τα κάδρα

χωρίς να έχουν εντελώς αποκαθηλωθεί

κατέβαιναν και όλο κάτι τις κρατούσε

κάτι σαν δισταγμός,

τις κρατούσε μετέωρες,

μετέωρες και αναποκατάστατες,

αδιαμαρτύρητες  κι εγκλωβισμένες

σαν τον αέρα που σκεπάζεται στα σύννεφα

να κοιμηθεί  και ξεχνιέται

την ώρα που πηγαίνουν για βροχή .


ΠΗΓΑΜΕ


 

Πήγαμε  και ριζώσαμε σε  λόγια

σε λέξεις να ακουμπήσομε είπαμε

να πιαστούμε  σε συλλαβές

να ξαποστάσομε

στις ευχές των ανθρώπων

να ονειρευτούμε

όπου ελπίζουνε οι προσευχές .

Πηγαίναμε και πηγαίναμε

μέχρι που νύχτωσε και χαθήκαμε μέσα μας ,

σε τρέμουλα από μισές αναπνοές,

στις ανερμήνευτες εκδοχές των σχημάτων,

χαθήκαμε στην άγνοια ονείρων και ταξιδιών.

 

ΘΑ ΣΕ ΠΟΛΕΜΗΣΩ


 

Θα σε πολεμήσω Κύριε

με ματωμένα βαμβάκια από θρομβωμένες φλέβες

με δάκρυα από κολλύρια κι οράσεις περιφερικές

με αναρωτημούς, μπουνιές και κλάματα απελπισμένα.

 

Σου προσευχήθηκα πολλές φορές

άλλοτε από μέσα μου κι άλλοτε φωναχτά

σε χρειαζόμουνα, σου ζήτησα βοήθεια

κι εσύ δεν καταδέχτηκες, ούτε μου αποκρίθηκες ποτέ.

 

Θα σε κυνηγήσω Κύριε

με τη δύναμη του θυμού και της ανημποριάς

ενός ανθρώπου που θόλωσε

μες στη ματιά του βουνού και του σύννεφου,την ώρα

που γεννούν το φόβο, την Ανάσταση και τη βροχή

την ώρα που ορίζουν τη δόξα σου,

θα σε κυνηγήσω

σαν άντρας, να σε ρωτήσω γιατί.

 

ΚΩΠΗΛΑΤΟΥΜΕ

 

Κωπηλατούμε σε ταραγμένες θάλασσες

δίχως να ξέρομε τους δρόμους

τραβούμε για το πουθενά,

μα τα κουπιά μας ράγισαν

τα κύματα φουσκώσαν έχουν μαυρίσει τα νερά

και ο αχός της νύχτας στην άκρη του ορίζοντα

να ξεμπροστιάζει τα θαλασσοπούλια.

Κωπηλατούμε

και τα κουπιά μας έσποσαν, δεν έχομε κουπιά

οι φόβοι στα νερά βαθαίνουν

κάθε ματιά του φεγγαριού και άλλο μονοπάτι

κάθε αέρα φύσημα ένα χαντάκι διαφορετικό

κι εμείς εδώ, κωπηλατούμε Θεέ μου

τώρα, χωρίς κουπιά.

 

 

 

ΛΕΞΕΙΣ

 

Λέξεις

σε ήχους και σιωπές

σ΄αναμονές και χρώματα ξεθωριασμένα

σε χρόνους διαφορετικούς,

ξένους και γνώριμους,

λέξεις κυνηγημένες

αγκαλιασμένες με το θάνατο

που πότε ζεις και πότε περιμένεις

μια σε χαμόγελα δισταχτικά

μια σε ευχές .

 


Θ Ε Α Τ Η Σ .

 

Και μένεις πάντα ο θεατής

καθώς φυτρώνει η ζωή  από ένα σπόρο

καθώς αλλάζει , μεγαλώνει και απορεί

κι ύστερα ξεριζώνεται μονοστιγμής

σπασμένη κλωστή και μένεις μ ένα φόβο

που  δεν αντέχεις , ούτε μπορείς....

 




 ΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΤΥΧΗ.
 

Τέσσερις τοίχοι

για ένα παράπονο π’ αμίλητο πληθαίνει

τέσσερις τοίχοι

και το παράθυρο που κλείνει σε πικραίνει .


Λόγια στην τύχη

στον ουρανό ένα αστέρι, πάλι ξεμακραίνει

λόγια στην τύχη

σβήνει το φως, κάποιος ξεχνιέται και πεθαίνει.

 
Τέσσερις τοίχοι

δεν έχουνε χαρά, μόνο μια λύπη που σωπαίνει

τέσσερις τοίχοι

και ο Θεός δεν έρχεται, δεν κατεβαίνει

 
Λόγια στην τύχη

δύσκολοι που είναι οι άνθρωποι, ποιος τους μαθαίνει

λόγια στην τύχη

πολλά τα ονόματα, κανείς δεν προφταίνει.

 

 

ΑΤΙΤΛΟ.


 

Για ποια βροχή, ποια θάλασσα

για ποιο καημό να σου μιλήσω

τώρα που πέτρωσε το βλέμμα μου

ταξείδι σταματημένο, στο πουθενά.                

 

 

ΕΜΑΘΑ.

 

'Eμαθα πως ξενυχτούν οι σιωπές,

πως εκπορεύονται

οι προσανατολισμοί των ψιθύρων,

η ηρεμία του  φόβου πως κατοικεί

σε μάτια στεγνά.

 

ΚΟΜΜΑΤΙΑ .


 

Κομμάτια σιωπής οπού μιλούν

άγνωστες γλώσσες της ψυχής

αποχρώσεις των ήχων

σε προσδοκίες που δεν ερμηνεύονται

και που δεν έχουνε,

ούτε μπορούν να περιμένουν,

τίποτα πια.

                             Σεπτέμβρης  2011 στις 19

 

 

 ΜΕΤΑΚΟΜΙΖΩ.


 

Μετακομίζω

κάθε που νοιώθω τους δρόμους κλειστούς

μ ένα κομμάτι μου όλο και κάπου να ριζώνεται

όλο και κάπου να ξεμένει,

συναρμολογημένο

σε λεπτομέρειες  και πρόσωπα,

σε μνήμες και σιωπές νυχτερινές  παγιδεμένο,

σαν ένα αίνιγμα που με αφήνει

μετέωρο και σκεπτικό.

 

Δ Ε Ν   Ε Ι Ν Α Ι .

 

Δεν είναι η ζωή που μου έδωσες

αλλά ο τρόπος

να μετρώ τους ανθρώπους

από τον τρόπο που τη μετρούν.

 

ΚΙ ΟΤΑΝ
 

Κι όταν πια ξεπερνάς

τις λέξεις και το φόβο τους

δεν έχεις , τι να πείς.

 

 ΚΑΠΟΤΕ


 

Κάποτε γράφαμε για τις κλεισμένες πόρτες

για των αγγέλων τα φτερά,για την ελπίδα.

Τώρα,

μες στις τσαλακωμένες μας αποσκευές,

τακτοποιούμε

μικρόψυχους και ξεχαρβαλωμένους  εαυτούληδες

μεταλλαγμένους κιβδηλοποιούς, ειδών και ιδεών,

καταχωρούμε αγνώστους από στημένα παιγνίδια.

 

ΑΣΕ ΜΕ


 

Άσε με

να κοιμηθώ στα μάτια σου και να κλάψω

τώρα που δεν ξέρομε τι πρέπει να πούμε

τώρα που δεν έχομε τι άλλο να πούμε

πια.

 

ΚΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ
 

Και ξαφνικά καταλαβαίνεις

πώς όλα γίναν τόσο γρήγορα

μέχρι που τέλειωσαν

χωρίς καν να προφτάσεις να τα δεις

πως σε προσπέρασαν και χάθηκαν

δίχως να συνειδητοποιήσεις

την τροχιά και το χρόνο τους .

 

ΚΡΥΒΟΜΑΙ

 

Ακόμα  κρύβομαι

μέσα στους κύκλους

που  ζωγραφίζω.

 

 

ΣΚΑΡΦΑΛΩΜΕΝΟΣ.

 

Σκαρφαλωμένος στο πατάρι  του ισόγειου

σαράντα  χρόνια απ’ τις εφτά  ως τις τέσσερις,

πέρασες τη ζωή σου

μες στα βιβλία των λογαριασμών και του ταμείου ημέρας,

με θέα απεριόριστη στην καπναιθάλη της πόλης

και άποψη σαφή, για τη φερεγγυότητα της αγοράς

και την ταυτότητα των εμπορικών δρόμων,

σαράντα ολόκληρα χρόνια παραιτημένος και μακάριος

με τη συνείδηση σου υποθηκευμένη

σε δέκα τετραγωνικά προοπτική

και ένα φάκελλο δεδουλευμένων

σαράντα χρόνια απ  τις εφτά ως τις τέσσερις

άδειασες τη ζωή σου

σε εγγραφές και σε πιστωτικά σημειώματα,

σε ελιγμούς και  καθωσπρέπει υποχωρήσεις

σπουδάζοντας τη συμπεριφορά των αριθμών

και των ανθρώπων,

κατά τον τρόπο πού εξαργυρώνονται.


 
ΝΑ  ΜΑΚΑΡΙΖΕΙΣ

 

Να μακαρίζεις

του ανέμου το κλάμα,

να μακαρίζεις

που μπορείς και τ’ ακούς.



Ο ΚΟΣΜΟΣ


Γέμισε ο κόσμος με τρελούς

με στολισμένους , βλοσυρούς

μ εκτεθειμένους

με ανυποψίαστους σοφούς

κυνηγημένους κυνηγούς

παγιδευμένους.

 
Κι υποκλινόματε σε αυτούς

τους θλιβερούς και τους θολούς

τους μπερδεμένους

που όλο μιλούν για σκοτωμούς

σημαδεμένους και μικρούς

γι απελπισμένους.

 
Γέμισε ο κόσμος με σκοπούς

καλοστημένους, νοσηρούς

διαφημισμένους

συγκεχυμένους  μικροαστούς

σε ετοιμόρροπους ιστούς

σκαρφαλωμένους.

 
Και είμαστε όλοι σαν κι αυτούς

τους απαθείς κι αποδεκτούς

σαν τους χαμένους

κι όταν μιλάω δεν με ακούς

κι ας τους φοβάσαι τους τρελούς

τους τρομαγμένους.                      

 


ΣΕ ΚΟΙΤΑΖΩ


 

Σε κοιτάζω απο μια κόλλα χαρτί

βασανισμένη και ανυπεράσπιστη

παγιδευμένη

να μου ζητάς βοήθεια

κι εγώ να μην καταλαβαίνω

να μου ζητάς βοήθεια

κι εγώ να μην πιστεύω

πως δε μπορείς.

Σε κοιτάζω από μια κόλλα χαρτί

και πάνω της

ο ουρανός μου θαμπωμένος

και πάνω της ο κόσμος μου

ξεκληρισμένος κι αδειανός .

Σε κοιτάζω σε μια παλιά φωτογραφία

απορημένη κι απροστάτευτη

στο όνομα της  ζωής που μούδωσες 

και κείνης που σε πήρε,

στο  όνομα της δικής μου ζωής .

 

Σ Τ Η Ν Ο Μ Ε    Τ Ο Ι Χ Ο Υ Σ

 

Στήνουμε τοίχους και βάζομε στοιχήματα

πόσο θ αντέξουνε στην απομόνωση και στη σιωπή

πόσο θα προστατεύσουν τη ζωή

και τον εύθραυστο κόσμο μας

απ τους περαστικούς ληστές

και τους πολιτισμένους τυμβωρύχους.

Είναι που γίναν δύσκολοι οι καιροί

και πάγωσαν τα όνειρα μας

έτσι, καθώς δρομολογούνται και ορίζονται

από  έναν ουρανό φυλακισμένο στη νύχτα

για να σκεπάζει τη γύμνια μας

που τιθασεύει τους ρόλους της στιγμής

τώρα που γίναν πάμπολλοι ,

εναλλασσόμενοι και κουρασμένοι

σε σταυροδρόμια δύσβατα,

από έναν ουρανό που καταγράφει

τυχαία περιστατικά μα και κοινότυπες ιστορίες ,

θέλω να πω

για τη ζωή οπού αθροίζεται στην άχαρη νύχτα

για τη ζωή π ενταφιάζεται μες στο  καταμεσήμερο

ερήμην μας .

Στήνομε τοίχους και οδοφράγματα

και κάνομε ανυποψίαστες ευχές

στις μνήμες όταν ξεπροβάλλουνε

στη χαραμάδα της πόρτας ,της στέρησης

και της παγιδευμένης μας φωνής .

 

ΠΑΛΙ  ΕΔΩ.

 

Πάλι  εδώ, στο ίδιο στίγμα

στο ίδιο σημείο, εκκρεμής

δίχως κουβέντες και αναφορές

χωρίς αποτιμήσεις

και δικαιολογίες, για τίποτα .

Πάλι εδώ

να ταλαντεύομαι στην αγρύπνια μου

θαρρώ προσπερνώντας αστέρια,

δισταχτικός

στο ίδιο σημείο ,

λες και ο χρόνος μου σταμάτησε

λες κι’ η ζωή μου δεν προχώρησε

κι οι δρόμοι γίνανε θάλασσα

κι’ οι μέρες μου γίνανε νύχτα

κι αυτά τα χρόνια που δε γεύτηκα

γίνανε αέρας και σιωπή.

 

Ε Χ Ω

 

Έχω

μέσα μου έχω

οτι είχα

και  δεν έχω

ούτε  θα έχω , πια.

 
 
 Α Τ Ι Τ Λ  Α
 
Ι.

Και ξαφνικά καταλαβαίνεις

πως όλα γίναν τόσο γρήγορα

μέχρι που τέλειωσαν

χωρίς καν να προφτάσεις να τα δεις

πως σε προσπέρασαν και χάθηκαν

δίχως να συνειδητοποιήσεις

την τροχιά και το χρόνο τους.
 

2.

Χάθηκα

μέσα μου χάθηκα.

Μην με ρωτάς

να σου πω.


3.

Μ΄ένα μολύβι κι ένα χαρτί

παίζω με τη ζωή μου.

Τη μια την κλείνω σε κουτιά

την άλλη την πετώ

πότε στο σύννεφο που πάει για βροχή

πότε στη νύχτα, που κρεμιέται στο περβάζι μου

και περιμένει.

 
 4.
 
Γέμισα με χαρτάκια τη ζωή μου,
 
βιβλία, γομολάστιχες κι αναποφάσιστες στιγμές

σε λεξιδρόμια που θαρρούσα πως μπαινόβγαιναν

τα όνειρα και οι πνοές μου.

Δύσκολα πράγματα

γιατί ΄τανε απλά κι εγώ δεν τάμαθα


κατά που φαίνεται

έτσι καθώς ταξείδευα πάντα μες στους αγκώνες μου

να μάθω λέει

ψάχνοντας το πως να ζήσω

και δίχως να το βρω.

 

 Ν Α  Σ Ο Υ  Μ Ι Λ Η Σ Ω ;


 

Να σου μιλήσω

για τα φεγγάρια που πνίγηκαν

στο νερό της βροχής

κάτι αυγουστιάτικες νύχτες

που μέθυσαν, που νύσταξαν

που χάθηκαν,

να σου πω για μένα

το πως μεγάλωσα στα ξαφνικά

σε δυο βδομάδες

πού βιαζότανε να μπουν

από ένα παραθυρο στενάχωρο νοσοκομείου

Φλεβάρη καιρό...

 

ΤΗΣ  Μ Α Ρ Ι  Α Σ


                         Δεκέμβρης 2009 στις 9.                                       

 
Νύχτα που σκεπάζεις τα πέλαγα

που κουμαντάρεις και οδηγείς την αστραπή

στη θάλασσα και στο τιμόνι του καραβοκύρη

εκείνου που ξορκίζει μες στα κύματα

τη μοίρα του και τον τρόμο,

νύχτα πού νανουρίζεις προσδοκίες και καημούς

ντυμένη με πεφτάστερα και με φεγγάρια

νύχτα της αλύτρωτης λύπης,

του φόβου και της εγκατάλειψης

νύχτα δική μου και νύχτα της Μαρίας μου

που έφυγε για σένα

και τώρα αναπαύεται στα πόδια σου

στη σκέψη μου και στην ψυχή μου

μην την τρομάζεις , μην τη φοβίζεις σε παρακαλώ,

προστάτεψε το κοριτσάκι μου

από το ξεροβόρι κι από τη βροχή

φώναξε τους αγγέλους σου,

φώναξε την πανσέληνο και τα αστέρια

γιατί τους είχαμε εμπιστευτεί όνειρα και ευχές

και τώρα οφείλουν να γλυκάνουνε

τον πόνο και την πίκρα της

για τόσα πράγματα

πού άδικα της στέρησαν, ο ουρανός σου κι ο Θεός .

Νύχτα των ανθρώπων

οπού κοιμούνται ξάγρυπνοι για πάντα,

χωρίς το φως τούτου του ήλιου

κρατώντας συντροφιά

σε ατελείωτα ποιήματα και αποσιωπητικά

νύχτα των υποσχεμένων ονείρων ,

νύχτα της Παναγίας μας

και του Χριστού τούτου του κόσμου ,

του ψεύτη και του άδικου

που ασελγεί στη μοίρα της καρδιάς και της τύχης ,

ελέησον τη Μαρία  μου

που τώρα κείτεται στον ουρανό και στο χώμα

παραδομένη στου Θεού τον καιρό.                                     

 

 

ΑΤΙΤΛΟ

                                        14-4-2011

Νύχτες της βροχής

γράφεις τραγούδια της σιωπής

κομματιασμένης αστραπής

που σκοτώνει.

 
Χρόνια της στιγμής

μιας άδειας ζωής βιαστικής

που δεν θωρείς μα απορείς

σαν τελειώνει.

 
Μέρες αντοχής

ξυπνάς το φόβο της οργής

που προσπαθείς να μην διαβείς

μα σε λειώνει.

 
Πάντα απορείς

νούμερα όσα αριθμείς

λαβωματιάς σιωπηλής

που σιμώνει.

 
Ότι και να πεις

άλλο τα  λόγια της αυγής

κι άλλο ο ίσκιος της κραυγής

που παγώνει .

 
Ξέρω δε μπορείς

φταίνε οι δρόμοι και αργείς

ψεύτικα φώτα της γιορτής

που τυφλώνει.

 

ΑΤΙΤΛΟ

 

Φωτογραφίες είπες πως γίναμε

σ' ένα χαρτί πως χώρεσε η ζωή μας

σε μιαν υπογραφή που ξεθώριασε

σε έναν αριθμό που ταξινομήθηκε,

χειραγωγήθηκε σε μνήμες

διαπιστεύτηκε σ' αναμονές

και τέλειωσε και πάει.

 

ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΑΜΕ


Συμπληρώσαμε κύκλους, σημειώσαμε αδιέξοδα

καταγράψαμε-αν έτσι λέγεται δηλαδή-

ό,τι  ήτανε να αποτιμηθεί, εκείνο που μπορέσαμε να δούμε,

απ' όπου περάσαμε κι όπου χαθήκαμε

πότε με την ψυχή, πότε με το μυαλό μας.

Συπληρώσαμε κύκλους,  τους κύκλους μας

σε μια ζωή που μας προσπέρασε

κι είπαμε αδικαιολόγητα,εντελώς ξαφνικά,

δίχως να την αγγίξουμε, χωρίς να μάθομε τη γλώσσα των άλλων

ούτε να νοιιώσομε όλα εκείνα τα εκ των ων ουκ άνευ που λέγαμε,

αν θυμάσαι.

Και μπερδευτήκαμε

τραβώντας τους  δρόμους που νύχτωναν γρήγορα

ακούγοντας φωνές απορημένες,, φωνάζοντας κι εμείς

μην τρελαθούμε από μοναξιά,

σφίγγοντας μες στα χέρια μας  το πείσμα

γιατί δεν ήταν δυνατόν έτσι στο τσάμπα, να βλέπαμε τον ήλιο το πρωί

πως ήταν τέλος πάντων ψέματα όλες εκείνες οι ευχές

που καρφιτσώναμε στη νύχτα, μιας και δεν καταφέρναμε

ν' αφουγκραστούμε τη ζωή.

Κάποτε, λέγαμε πως νοιώθομε, πως θέλομε, πως μπορούμε.

'Υστερα μάθαμε να διαπιστώνομε, ν' αποτιμοιύμε, να μη θυμόμαστε.

Για την ώρα, αυτά.

 

ΞΑΝΑ

 
Να ξαναχτίσουμε τα ποιήματα είπαμε

νε επιδιορθώσουμε τις; εμπνεύσεις μας

να καταγράψουμε ξανά τις περισυλλογές μας

για να συμπεριλάβουμε

τις οπισθοβασίες και τις αναθεωρήσεις μας

τις αξιοπρεπείς ενοχές,

την υποχρεωμένη μας ευπρέπεια.

Να ξαναγράψουμε τα ποιήματα είπαμε

 και κατά που επιβάλλεται πλέον

να ενταφιαστούμε

με αρετή και σύνεση.

 

ΜΠΑΡΜΠΟΥΤΙ

 

Η ζωη μας γεννήθηκε στο καφενείο

με το διδάνιο και το μπαρμπούτι

για το καλό του χρόνου για το καλό της ζωής.

Σ' αυτό το σπίτι

οπού ο ήλιος σκουντουφλά στο κεφαλόσκαλο

σ' αυτή τη μέρα

που φέρνει ο Χιονιάς  κι ένα κομμάτι νυχτολούλουδο

καταθέτω τα πενήντα μου χρόνια και τα χίλια μου όνειρα

σε μια ζαριά που δεν έριξα

κανέναν ηλιοκαμένο Σεπτέμβρη ή Γενάρη το ίδιο κάνει

όμως εγώ,  ορκίζομαι ότι δεν σύχναζα στα καφενεία

ποτέ.

 

ΔΕΝ ΒΡΕΧΕΙ


 

 Δε βρέχει

κι είναι παρατημένες οι σημαίες μας

σε σκονισμένους δρόμους.

σε ξεβαμμένους ιστούς

φορώντας τρομαγμένα όνειρα

και άγονες διαμαρτυρίες

εκτεθειμένες,

στην κούραση και στη θλίψη μας.

'Εξω από το παράθυρο,

πηγαινοέρχεται ο καιρός

κρατώντας σ' ένα κοντάρι τα ρούχα μας

θρυμματισμένη εικόνα

που μας βαραίνει τα μάτια.

 
Δεν βρέχει

το νέφος γαντζωμένο στα παράθυρα

και σ' ένα αίσθημα πνιγμού που αργοσαλεύει

στην πόλη αυτή που διαρκώς καταθέτουμε

τη σιωπή και το θάνατο.

 
Δεν βρέχει

και πως να ξεπλυθούν τα όνειρα

που περιμένουνε,να ζωντανέψουν οι σημαίες μας

που περιμένουνε, να ξαναγεννηθούν.

 

ΕΙΝΑΙ

 

Είναι που κάποτε

γράφαμε για το θάνατο

τώρα τον ζούμε

είναι που κάποτε

τον αψηφούσαμε το θάνατο

και τώρα τον παρακαλούμε

να πάει αλλού.

 

Σ Τ Ι Γ Μ Α


 

Ανώνυμοι σε γυμνωμένους δρόμους, με πέτρες μοναχές

που κρυώνουν

ανώνυμοι σε σπίτια άδεια, από γέλιο από χαρές

που παγώνουν.

 

Δεν είνια οπού ξεμείναμε σε περασμένες εποχές

που παλιώνουν

μα σ' αναμνήσεις αδιάφορες  που ακολουθούνε νεκρές

και σιμώνουν.

 

Σωπαίνοντας το κλάμα στη νύχτα κάποιες μικρούλες χαρές

χαμηλώνουν

μα είναι ψεύτικη η νύχτα που ούτε μεις ούτε αυτές;

μεγαλώνουν.

 

Να ξέρεις οι δικές μας στιγμές σε κάποιες παλιές γειτονιές

θα φυτρώνουν

καθώς με τη δροσιά στ'  απόβραδα, γεννιούνται οι κληματιές

και ψηλώνουν.

 

ΤΩΡΑ

 

Τώρα  ψάχνω τη σκιά σου στις πόρτες

και στα παγκάκια της πλατείας Ταχυδρομείου

που κένταγες τα πρωινά,

με τα γυαλιά χαμηλωμένα

και την έννοια σου πάνω μου,

με τη ζωή σου

στα χέρια του Θεού και στα δικά μου,

τώρα,

τώρα σε ψάχνω στους ψιθύρους της νύχτας

και σ’ απογέματα κομματιασμένα και μοναχικά

μπολιασμένα

από το θάνατο  και τον πόνο σου.

 

ΔΕΝ  ΕΧΩ 
 
 

Δεν  έχω κώδικες

δεν έχω λόγια πια.

Είναι που χάθηκα

μέσα στις λέξεις.

 

ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ  ΛΥΣΕΙΣ.

 
Σκέφτεσαι λύσεις

μέσα στις τόσες παραιτήσεις

το πρόσωπο σου ν αντικρίισεις

πια δεν μπορείς.

 
Αμφισβητήσεις

και μόνιμες αναχωρήσεις

έστω κι αν φύγεις θα γυρίσεις

και θ απορείς.


Απαριθμήσεις

λογαριασμοί που δε  θα κλείσεις

καθώς θα ψάχνεις για να ζήσεις

ν αναστηθείς.
 

Επαναλήψεις

διατιμημένες συνειδήσεις

που να σταθείς πού ν ακουμπήσεις

να μη χαθείς.

 

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ                

                          Ιούνης 2009                   

 

Κοριτσάκι μου , εικόνα , έγνοια και καημέ μου.

Χέρι-χέρι , 30 χρόνια κρατήσαμε τη ζωή μας.

Κάποτε τη χαρά ,τα όνειρα , την ελπίδα,

ύστερα το Γολγοθά μας ,τη μοναξιά ,το γιατί .

Με ακεραιότητα , επάρκεια , ευαισθησία και

μυαλό , ήθελες να παλεύεις για τα δύσκολα

στη σύντομη ζωή σου , την άτυχη , τη σκληρή.

 

Δίκαια στερεώθηκες σαν άνθρωπος κι έτσι

θα λάμπεις , για πάντα ,

στο φως του Χριστού και στη συνείδηση εκείνων

πού διάλεξαν να ζουν με την ψυχή και την καρδιά

χωρίς μικρότητες και θλιβερούς ευτελισμούς

αλλά αθόρυβα , με ευγένεια και ηρωισμό.

 

Τώρα  επιστρέφεις στο χώμα και γίνεσαι μνήμη.

 

Εσύ ψηλά με το Θεό κι εγώ στα χαμηλά , μόνος

με το παράπονο και το θρήνο μου

για σένα Μαρία Ζωή και Γυναίκα μου , που ήξερες

τη γλώσσα των ανθρώπων και των πραγμάτων

για σένα που ζούσες με το διάβασμα

με τα ποιήματα ,τη μουσική ,τις ζωγραφιές ,

για σένα  καμάρι μου

που γιάτρευες τον κόσμο , χωρίς να γιατρευτείς

για σένα που μου έφυγες και σκορπίστηκα

και τώρα με ποια λόγια να μιλήσω και σε ποιόν .

 

Ο Γιώργος ο δικός σου , ο τυχερός και ο άτυχος.