ΠΕΡΙ ΑΛΛΑ...    

Γιώργης Σερκεδάκης

ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ

 

Είμαι εδώ

σαν σπίτι ακατοίκητο

σαν λεωφορείο της γραμμής

παρατημένο

σε δρομολόγιο που ακυρώθηκε 

απόγεμα σ’ αμαξωτό

 

είμαι εδώ 

με τον καημό του τζίτζικα

που ανασαίνει αναμάρτητος

και γαντζωμένος

πάνω στη φλούδα της ελιάς

προσμένοντας γαι να πεθάνει 

το τέλος του καλοκαιριού 

 

είμαι εδώ

σαν ακαθόριστη σκιά

που σέρνεται τη νύχτα 

σε αγάπες, όνειρα σε τιμαλφή

και ιστορίες κλειδωμένες 

 

είμαι εδώ

με μια ζωή που παγιδεύτηκε

χωρίς να ξέρει γιατί.

 

Ο ΔΡΟΜΟΣ 

 

Ο δρόμος μου

μπορεί να λέγεται ουρανός

θάλασσα ορίζοντας και καράβι

καράβι οπού ταξιδεύει

χωρίς τιμόνι και πανιά.

Μη με ρωτάς το πού πηγαίνω

όταν με βλέπεις με βλέμμα υγρό. 

 

ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ

 

Είμαστε άνθρωποι, όπως πάντα.

Έτσι, μάθαμε να ζούμε

για ένα σωρό ψεύτικα πράματα

και να πεθαίνομε.

Να βολευόμαστε

στο να γυρεύομε έναν αλλιώτικο ήλιο,

κάθε φορά, να μας στεγνώσει τα ρούχα

ή ένα τόπο καινούργιο

να χτίσομε, μαζί με τ’ άλλα 

και τα γκρεμισμένα τα σπίτια μας.

Και λέμε

πως περπατούμε σε δρόμους φτηνούς

γιατί όπου πεθαίνει ο ήλιος είναι η γη μας

κι όπου βρωμίζει η αγάπη είμαστε εμείς.

 

Κι ονειρευόμαστε πως είμαστε

αμέτοχοι στην αμαρτία μας

ανεύθυνοι στην παρακμή μας,

ανυποψίαστοι και τραγικοί 

εμείς

που πάντα ανοίγομε καινούργιους δρόμους

μες στους παλιούς

για να χωρούν εκτός από το μπόι τους

και  την ταυτότητα της ανοχής μας.

 

Κι αν έχομε μια πίκρα που σωπαίνει

κι εξευτελίζεται

μια μοναξιά που κρυώνει

κοιτώντας φοβισμένη τον ήλιο,

μικραίνομε ολοένα,

μες  στους καθρέφτες που μεγαλώνουν

και απορούν.

 

Είμαστε άνθρωποι, όπως πάντα

και έτσι παραμένομε, χωρίς δική μας καλημέρα

χωρίς  δικό μας πρόσωπο

με υπόχρεες αναμνήσεις και με πράματα

μοναχά.

 

 

ΤΡΙΑ ΧΑΙΚΟΥ 

1.

Στα όνειρα μας

κοιμήθηκε ο φόβος

να ξεκουραστεί.

 

2.

Μέσα στη νύχτα

στιχάκια και σιωπές

συνεννοούνται.

 

3.

Πως τη μπαλώνουν

τη ζωή με τα γραφτά

χωρίς βελόνα.

ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ

 

Να μπορούσα

ένα μεγάλο όνειρο να σου άφηνα

καθαρό και ανέπαφο

από κακοτοπιές βροντές και θύελλες  

για να μπορείς να χαίρεσαι ανέμελα 

εκείνα που δεν μπόρεσα εγώ.   

 

 

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ 

 

Μ’ αέρηδες και με βροντές

στήνω με λόγια συνταγές

για τις εντός μου διαδρομές

που με μαχαίρια δυο οργές

ανεξιχνίαστες, θολές

δεν ησυχάζουν.

 

ΛΑΙΚΟ

 

Σε βλέπω,

ακουμπισμένη σε ένα δέντρο

να προσπαθείς να κρατηθείς.

Να με κοιτάζεις τρέμοντας

μην σωριαστείς και να μου λες

δεν με κρατούν τα πόδια μου

βιάσου.

Εγώ σου λέω έρχομαι  

κι εσύ μου λες

δεν ξέρω πόσο αντέχω,

σε περιμένω μην αργείς. 

Πιάνω το χέρι σου

με σφίγγεις και μου λες 

μπράβο, ωραία τα κατάφερες

αλήθεια πού βρήκες να παρκάρεις

έλα, πάμε να μην αργήσομε

και περιμένει ο γιατρός.

 …………………………………………………

 Σε βλέπω ξαφνικά, καλοκαιριάτικα

Μικράς Ασίας και Αγίου Θωμά

δυο βήματα από την είσοδο του Λαϊκού,

μ’ ένα κομμάτι σύννεφο στον ώμο σου

και μ’ ένα δάκρυ ασταμάτητο στα μάτια σου

να με κοιτάς. 

 

ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ 

 

Τα παραμύθια είναι αδίσταχτα

σε φυλακίζουν

εκεί που πας να τ΄ αρνηθείς.

 

ΤΙΠΟΤΑ

 

Τίποτα πιο αιχμάλωτο από τις μνήμες

τίποτα πιο σκληρό απ’ τις σιωπές.

 

ΠΩΣ

 

Πώς την αντέχουν τη χαρά

και πώς τη λύπη 

πώς τη ζωή 

και πως το θάνατο μαζί.

 

ΠΡΟΧΩΡΩ 

 

Φορτώνομαι

στο βλέμμα μου τους δρόμους

ανέμους κοιμίζω και προχωρώ.

 

ΑΤΙΤΛΟ

 

Στο παραθύρι της ζωής

σκόρπισα τον καημό μου

τον πήραν οι αέρηδες

και τον γυρνούν ομπρός μου .

 

ΜΙΛΩ

 

Για του ανέμου τα πουλιά

και της θάλασσας

για τις κουβέντες της βροχής

και του χειμώνα

για τη σιωπή της μοναξιάς σου μιλώ

που σέρνεται αμίλητη

τα ξημερώματα

στους ίσκιους των παραμυθιών

και κοιτάζει.

 

ΚΩΔΙΚΕΣ ΔΙΕΛΕΥΣΕΩΝ

 

Κώδικες διελεύσεων

για τους ψιθύρους της βροχής

τους μπερδεμένους

τους μουδιασμένους και ενοχικούς

σε αναιρέσεις ερωτήματα κι αποσιωπητικά

που περιμένουν,

απάνω στο κατώφλι μιας παρωχημένης ζωής

μιας ανηφόρας κακοτράχαλης

με τα σημάδια του καιρού και της μνήμης,

που περιμένουνε καρτερικά

και δε ρωτούν,

εκεί οπού σταλάζουν απερίσκεπτα τα δάκρυα

εκεί οπού διαδέχονται το ένα το άλλο

κι αγγίζουνε τους φόβους μας

τη μια με τα παράπονα

την άλλη με τους δισταγμούς.

 

 

ΠΡΑΣΙΝΟ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

 

Πράσινο της βροχής

και μπλε της θάλασσας,

όνειρα στριμωγμένα και μικρά

στην απλωσιά των αέρηδων

στην αφροσύνη των πολύβουων δρόμων

χωμένα μες στο φόβο τους

εκεί οπού ο θάνατος καμαρωτός

αφήνει τα αλώνια και τρυγά

ταξίδια, μνήμες και ώρες

χωρίς επιστροφές σε σταθμούς.

 

Άτιτλο

 

Τώρα γυρεύομε ονόματα

και για τα δάκρυα μας.

 

ΕΡΜΑ

 

Εμείς αλλιώς δασκαλευτήκαμε

στο να κρατούμε της ζωής το νήμα

ράβοντας και ξηλώνοντας το έρμα μας

μια με τη λύπη και μια με τη χαρά.

 

ΑΝΕΤΟΙΜΟΙ

 

Ανέτοιμοι για θάνατο και για ζωή

με φόβους, δισταγμούς και νύχια μπηγμένα,

σε αναρωτημούς

που στέκονται απαρηγόρητοι

στην άκρη του ορίζοντα,

κοντά στους ίσκιους των δειλινών

εκεί πού σέρνουν και σκεπάζουνε

της μέρας τα κεφάλαια και τους καημούς.

 

ΣΕ ΚΡΑΤΩ

 

Σε κρατώ

άπειρες οι στιγμές που σε κρατώ

ώρες και μήνες και χρόνια

σ’ αναπνοές σε βλέμματα σε μυρωδιές

σε δρόμους που μένουν κλειστοί.

Σε κρατώ

σε κόγχες ματιών δίχως δάκρυα

σε ξημερώματα και δειλινά

σαν οπτασία που περνάει σε κρατώ

και σε κοιτώ μα σε χάνω.

 

ΕΛΒΙΡΑ

 

Εκεί που βρίσκεσαι ψηλά

και πια μαθαίνεις

του ουρανού τα άδικα

στων πεθαμένων τις σιωπές

εκεί που φτάνει αταξίδευτο

το κλάμα το παράπονο κι ο φόβος

ενός παιδιού που έχασε

της μάνας του την αγκαλιά

κορίτσι της ελπίδας και του γέλιου

γυναίκα της νιότης και της χαράς

τώρα θητεύεις με αυτόχειρες

στο τρέμουλο των αναφιλητών

και των ονείρων

κι εγώ ρωτάω, τώρα ρωτάω

γιατί Ελβίρα, γιατί.

 

Η ΚΡΑΥΓΗ

 

 

Εγώ δεν ήμουν ποιητής

κραυγή ήμουνα Κύριε

κραυγή οπού σερνότανε σε λέξεις

και μάτωνε.

 

ΧΤΙΖΟΜΕ

 

Χτίζομε τη ζωή μας με ζαριές

πάνω σε πόρτες που σφαλνούμε

σ’ ένα σταυρό χωρίς Θεό

μ’ αποκαΐδια και αποκοτιές

π’ ολημερίς μας κουβαλούμε

σε ετοιμόρροπο ιστό.

Παίζομε τη ζωή μας στις ζαριές

και όταν χάνομε ξεχνούμε

να κάνομε λογαριασμό

μ’ αίμα νωπό γράφομε συνταγές

στον πήχη που ακροβατούμε

και τις πετούμε στο κενό.

 

ΠΑΝΤΑ ΦΟΒΟΜΟΥΝ 

 

                        Του Γιάννη

 

Πάντα φοβόμουν τα ναυάγια

τις μεταθέσεις, τις αναμονές

τα παραμιλητά των ανθρώπων

τους δισταγμούς των σιωπών.

Με τρόμαζαν

οι νύχτες που ξημέρωναν δειλά

με ξεπνεμένα παραμύθια

σε λιτανείες και σε προσευχές

σε παρενθέσεις χωρίς όνειρα

ρίχνοντας το όνομα τους

στους δρόμους των ανέμων

και στις κραυγές της φωτιάς.

Κι ύστερα

είναι και ότι έβλεπα

τις μέρες που σηκώνονταν αβέβαιες

να απορούν

για χρόνους και για εποχές

σε ίδια πεπραγμένα

με ίδια χέρια, με ματωμένα δάχτυλα

δάχτυλα οπού κράταγαν

μια τόση δα ελπίδα ορφανή

και την έσερναν.

Και πορευόμουν και χανόμουνα,

σε κεντρομόλες τροχιές, σε διαψεύσεις

με ερωτηματικά παγιδευμένα

σε απόπειρες επιστροφών.

Και έτσι, έμαθα

να ξεχωρίζω έμαθα

τα περιγράμματα από τις μορφές,

τους καθημερινούς νεκρούς

από τους πεθαμένους

στο τέλος να τακτοποιώ θανάτους

σε μνήμες

και να ορίζω γιε μου τη ζωή

με τις αναπνοές.

 

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

 

Τα όνειρα

πάντα γεννούνε όνειρα.

Τα κρύβουνε στα σύννεφα

στη βροχή, στον αέρα

στου φεγγαριού το χαμόγελο.

Σαν δεν αντέχουνε το βάρος τους

πέφτουνε προδομένα και σκορπίζονται,

κι απ΄ το παράπονο τους

λέγεται πως γεννιούνται οι κακοτοπιές

με τις βροντές και τις θύελλες.

Να μάθεις να μη λογαριάζεις

της νύχτας τις σοδειές.

 

ΜΝΗΜΕΣ

 

Μνήμες κλεισμένες σε κουτιά

και σε θυρίδες στοιχισμένες

εκτεθειμένες κι απροστάτευτες

από το ξεροβόρι του χιονιά

κι από την κάψα του καλοκαιριού,

μνήμες αδιαπραγμάτευτες

ανυπεράσπιστες κι ευλογημένες

με θυμιατήρια με λιβάνια με κεριά.

 

Μνήμες, ονόματα

αγάπες και ζωές ανεπανάληπτες

μοναδικές

και ξαφνικά σταματημένες

τώρα σωπαίνουν ακυβέρνητες

κι εξισωμένες

με δυο λουλούδια πλαστικά

σε μια φωτογραφία πολυκαιρισμένη

μες στον αφέγγαρο καιρό.

 

ΧΕΡΙΑ

 

Χέρια που διαμαρτύρονται στο δρόμο

ψυχές π’ αγρυπνούν στους ανέμους

ταξίδια μεταθέσεις και αναμονές

που κουβαλούν τον φόβο τους

και πεθαίνουν.

 

ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟ ΦΩΣ

 

Αναμεσίς κραυγών και σιωπών

πορεύτηκα

πότε στο φαίνεσθαι πότε στο είναι

με πεποιθήσεις ετοιμόρροπες

μαθαίνοντας να σωπαίνω

εκεί που σβήνει και ξανάρχεται

χωρίς κανόνες ανταλλάγματα

και συνταγές

του κόσμου το φως .

 

ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΜΟΥ ΠΕΙ

 

Ποιος θα μου πει

τα παραμύθια γιατί γράφονται

και σαν γραφτούν τι περιμένουν.

 

 ΧΩΡΙΣ

 

Ο δρόμος μου

μπορεί να λέγεται ουρανός

θάλασσα ορίζοντας και καράβι

καράβι οπού ταξιδεύει

χωρίς πανιά.

 

ΤΕΣΣΕΡΑ ΑΤΙΤΛΑ

 

-Πως να μπαλώσεις τη ζωή

με τα γραφτά

με ποια βελόνα.

 

-Ζωή μικρή ζωούλα μου

που λιγοστεύεις, βιάζεσαι

κι αιμορραγείς.

 

-Δάκρυ στα μάτια έγινες

και κόμπος στο λαιμό.

 

-Και με ποια λόγια

να μιλούν οι άνθρωποι

μ’ εκείνους οπού έφυγαν για πάντα

και τώρα μπαινοβγαίνουνε στα όνειρα

από τις πόρτες του σπιτιού.

 

ΘΑ ΕΡΘΟΥΝ

 

Θα έρθουν λέει εποχές

που οι καιροί

θα περπατούν στα σύννεφα

δεμένοι με αέρηδες και με φωτιές

και θα δικάζουν.

 

 

ΣΥΛΛΟΓΙΖΟΜΑΙ

 

 

Ακόμα συλλογίζομαι

σε τηλεφωνικούς καταλόγους

για ονόματα και αριθμούς

που δεν υπάρχουν πια.

Ξεφυλλίζω

κι αναρωτιέμαι το πώς γίνεται

λέω μπας κι είναι ψέμα,

πώς, τόσοι άνθρωποι

με λύπες, με φωνές, με χαμόγελα

με πεπραγμένα που σταμάτησαν

έγιναν σιωπή.

 

ΚΙ ΥΣΤΕΡΑ

 

Κι ύστερα

έγινες ανάμνηση

αναφορά και θλίψη

στιγμή

του χρόνου που σταμάτησε

και χάθηκε

σε μια κορνίζα

μ’ ένα καρφί .

 

ΤΑ ΣΙΩΠΗΛΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

 

              Τρεις τα μεσάνυχτα

              ώρα που γράφει κανείς μια ιστορία

              με τη νύχτα, τη μοναξιά, τη βροχή.

                                 Γιάννης Σφακιανάκης

 

Περιεργάζομαι

τη δυσκολία των απλών πραγμάτων

τις ασήμαντες ιστορίες

που ομορφαίνουν τη ζωή μας καθημερινά

τη προσμονή που γίνεται θάνατος

σε ένα κόσμο που δεν είναι δικός μας.

Περιεργάζομαι

την πέτρα που βουλιάζει μέσα μου

τη βροχή όταν πέφτει σε φύλλα ξερά

την απέραντη λύπη των ανθρώπων

που δεν ξεχνούνε

πράγματα που αγάπησαν και μίσησαν κάποτε.

Περιεργάζομαι

τους νέους που φιλιούνται στη μέση του δρόμου

τους γέρους

που αφήνουνε το έρμα και την ιστορία τους

στα παγκάκια της πλατείας

την ελπίδα που περπατάει βιαστική.

Περιεργάζομαι

τα σιωπηλά πρόσωπα, που συναντώ.

 

ΟΛΟ ΧΑΝΟΜΑΣΤΕ

 

Όλο χανόμαστε

όλοι χανόμαστε

μέσα

όλο και πιο μέσα

στη σιωπή μας.

Δεν φυτεύομε εδώ δέντρα

δεν έχομε χαμόγελα

και κουράγιο

δεν κοιταζόμαστε.

Καταλαβαίνεις;

 

ΠΑΛΙΑΤΣΟΙ

 

Παλιάτσοι που γελούμε και ξεχνούμε

με λόγια δανεικά π’ αναμασούμε

σε ένα θέατρο σκιών

σκιές κι’ εμείς που δεν τις προσπερνούμε.

 

Tη μοίρα μας λέμε πως κυβερνούμε

στο βρόντο τη ζωή μας οδηγούμε

στους δρόμους των συναλλαγών

όπου τα όνειρα μας εκποιούμε.

 

Ανέκφραστοι μόνοι χειροκροτούμε

μπερδεύοντας στο γέλιο που φορούμε

την ομηρία των καιρών

και τις σιωπές που κουβαλούμε.

 

Με τσακισμένα τα φτερά πετούμε

νεκροί που για το θάνατο μιλούμε

με λόγια δήθεν αξιών

ενώ σαρκάζομε ακροβατούμε.

 

Παλιάτσοι που πεινούμε και διψούμε

σε δρόμους μοναχούς σαν τριγυρνούμε

μ’ αποκαΐδια των στιγμών

που καίμε μέσα μας να ζεσταθούμε.

 

 

ΞΕΜΕΙΝΑΜΕ

 

Ξεμείναμε σου λέω από όνειρα

με ένα δάκρυ που κατρακυλά

σε τρέμουλα και σε αγχόνες

με ένα βλέμμα ανήμπορο

που θόλωσε

και πια δεν έχει αντοχή.

 

ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ

 

Απομεσήμερο, κι εσύ κρυμμένη

σ’ ένα κλωνάρι μιας ελιάς, να με κοιτάζεις.

Από τα χέρια σου βγαίνουνε θυμωμένα όνειρα

κι ανάβουνε φωτιές στον ουρανό.

Τους λες να μην το παρακάνουν μα δεν ακούν.

Τα κυνηγάς στα σύννεφα, τα πιάνεις

τα κανακεύεις και τα βάζεις βιαστικά στον κόρφο σου.

Ύστερα, κατεβαίνετε προσεκτικά

κρατώντας σκάλα διάφανη

φτιαγμένη με αχτίδες και αναπνοές.

Βλέπω υγρά τα μάτια σου, νομίζω ότι κλαις

και ψελλίζω,

είμαι κι εγώ εδώ, μη φοβάσαι

όμως μου λες δεν γίνεται, γιατί δεν είσαι πια εσύ,

κι εγώ, δεν είμαι πια εγώ

κι εσύ δεν ξέρεις από ουρανούς και αγγέλους

γιατί δεν έμαθες ότι ανάμεσα μας, νύχτα και μέρα

δεν υπάρχει πια.

Εκεί που σέρνεται αμίλητος ο ήλιος

και χάνεται το σούρουπο στην άκρη της ματιάς

εκεί πού ντύνεται η νύχτα τις σκιές της,

φεύγεις και χάνεσαι κι εσύ.

Τότε αρχίζω να παραμιλώ,

να λέω για τα χρόνια που σε γύρευα

σε δρόμους βουβούς

και σε ορίζοντες σταματημένους

στα σύνορα του κόσμου και του καημού.

 

ΣΕ ΚΥΚΛΟΥΣ

 

Σε κύκλους

και γραμμές ακαθόριστες

σε απορίες

και σιωπές παραιτημένες

ξόδεψες τη ζωή.

Μες στις σταγόνες της βροχής

σε όνειρα παγιδευμένα,

σ’ ένα περίμενε.

Είπες περνάει ο καιρός

είπες πως φεύγανε τα τραίνα

κι εσύ δεν έφυγες ποτέ.

Είπες την άλλη φορά

μέχρι που πέρασε ο καιρός

κι εσύ μεγάλωσες

μέχρι που γέρασες

και πού να το πιστέψεις

ότι δεν έφυγες ποτέ

και πώς να το δεχτείς

πως όλα αυτά για σένα

τίποτα δε σημαίνουν πια.

 

ΜΗ ΜΟΥ ΜΙΛΑΣ

 

Για τους δρόμους, για τους δρόμους

για τα’ άσπρα τα περιστέρια

και των αγγέλων τα φτερά

μη μου λες

κουρνιάσανε στη στέγη μου και σωπαίνω

φορώντας το κλάμα μου,

ισκιώσανε τον ουρανό και δεν βλέπω

κλείσαν τους δρόμους και δεν καρτερώ.

Μη μου μιλάς

για την ελπίδα που χτίζει ο φόβος

όταν με πνίγουν οι τοίχοι μου.

 

ΑΤΙΤΛΟ

 

Τίποτα πιο αιχμάλωτο από τις μνήμες

τίποτα πιο σκληρό απ’ τις σιωπές.

 

Η ΣΤΑΓΌΝΑ

 

Σταγόνα που λιγόστεψες

σαν χτύπησες στο τζάμι μας

χάνοντας το ρυθμό και τη συχνότητα σου

σταγόνα που σκορπίστηκες

έτσι που έπεφτες από τον ουρανό

ή τη στέγη

κι έγινες δάκρυ του ανέμου

κι έγινες δάκρυ της βροχής

κι έγινες παραμύθι σιωπηλό του Χειμώνα

δεν σε ρωτώ

για το ποια ήσουνα, πού χάθηκες, πού πήγες

μονάχα σε ρωτώ

εάν ονειρευόσουνα

τότε που γλίστρησες και έπεσες στο χώμα

ξαφνικά.

 

ΝΑ ΣΕΡΓΙΑΝΑΣ .

 

Να σεργιανάς

στο φόβο που μετρά τα βήματα σου

στην πίκρα

που κοιμάται στην καρδιά σου

ενώ μιλάς

στους γύρω που σκορπούν τα όνειρα σου

στον ήλιο

που θολώνει τη θωριά σου

και σ’ αψηφά.

 

ΤΩΡΑ

 

 Τώρα, μας κουράζει το φως.

Οι ίσκιοι λιγόστεψαν

κι οι άνθρωποι

που θέλουν να ξεκουραστούν

περισσεύουν.

Πού να κρυφτούμε

και πώς.

 

H ΒΡΟΧΗ

 

Φοβάμαι

κάθε που βρέχει

κι αγγίζουνε τα σύννεφα τις στέγες μας

και ο αέρας

μετακινεί στον ουρανό το άστρο

που φύτεψε το κοίταγμα ενός πουλιού

κι ενός ίσκιου καλοκαιριάτικου

φοβάμαι

τη χλόη που γεννιέται

απ’ τη δροσιά από το χώμα που μούσκεψε

τη λεύκα

όταν ασπρίζει τα φύλλα της

από το βάρος μιας σταγόνας

κι από τον τρόμο του ποταμού που κατεβαίνει

ξέχειλος και βαρύς

φοβάμαι να κοιτάξω από το παράθυρο

την ώρα που η αυγή

ρίχνει στο δρόμο

ένα όνειρο παγιδευμένο στα μεσάνυχτα

και μιαν ευχή ανήμπορη

οπού κοιμήθηκε στα μάτια ενός παιδιού

το βράδυ που πέρασε.

Όταν βρέχει

κλείνε την πόρτα μου.

 

ΤΟ ΦΩΣ

 

Tο φως

να φταίει τι φως;

 

 ΧΤΙΣΜΕΝΗ

 

 Χτισμένη με αινίγματα κι ερωτηματικά

πλασμένη με ενδεχόμενα και φόβους

καταχωρήθηκες κι εσύ

σαν μια ζωή ανώνυμη

στα οδοιπορικά των ανέμων

πού βιάζονται, σκοντάφτουν

και αιμορραγούν

μέσα στα σύννεφα με τη βροχή

πάνω στο χώμα

σαν το ποτίζουνε και του ορίζουν να γεννά

ζωή και θάνατο.

 

ΠΡΟΧΩΡΩ

 

Φορτώνομαι στο βλέμμα μου

τους δρόμους

ανέμους κοιμίζω

και προχωρώ.

 

ΕΜΑΘΑ ΝΑ ΜΕΤΡΑΩ ΤΗ ΖΩΗ

 

Έμαθα να μετράω τη ζωή

με τους καιρούς με τα χρόνια

ύστερα

μ’ αυτό που λέγανε καλές στιγμές,

σε απογέματα μοναχικά

και βλέμματα άδεια

που χάνονταν ακίνητα

στον ουρανό.

Τώρα μετράω τη ζωή με τις αναπνοές

και τη μαθαίνω απ’ το θάνατο.

 

ΛΕΙΠΕΙΣ

 

Εσύ κραυγή της αστραπής

και δάκρυ

φυλακισμένο κι απροχώρητο

στις ζωγραφιές ατελείωτων στίχων

στα πρέπει των ανθρώπων

οπού θυμούνται και νοιάζονται

εσύ του τίποτα και του όλα

λείπεις από παντού

ενώ υπάρχεις στα πάντα.

 

ΞΟΔΕΨΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ

 

Ξόδεψα τη ζωή μου

ακροβατώντας σ’ επάλληλα όνειρα

σε προσμονές ακαθόριστες και μεταθέσεις διαρκείς

ανοίγοντας παράθυρα διαρκώς

μια προς το θάνατο και μια προς τον κόσμο.

Ξόδεψα τη ζωή μου

κατά τον τρόπο των ανθρώπων που διαμαρτύρονται

κατά τον τρόπο των ανθρώπων που επιμένουν

να περπατούν ζωντανοί,

ιχνηλατώντας τον καιρό με το αίμα τους

μέσα από στίχους μοναχικούς και ιστορίες παγιδευμένες

δίχως προοπτικές, συσχετισμούς και ανταλλάγματα

χωρίς κανόνες,

ακολουθώντας τους δρόμους της καρδιάς

και της μοίρας τους.

Ξόδεψα τη ζωή μου

λεξιθετώντας τη βροχή και το σύννεφο

κι αναμεσίς τους διαγράφοντας κύκλους,

έτσι που να χωρούσανε τα παραμύθια μου

μαζί τους για να ταξιδέψω

και να κρυφτώ.

 

ΣΙΩΠΕΣ

 

Μνήμες πολύχρονες

χτισμένες στου καιρού τις σιωπές

πάνω σε δρόμους και τοίχους

εκτεθειμένες ξένες και μοναχικές ,

κάποτε ξένες

καθώς τις συναντάς αμίλητος

οκτώ η ώρα το πρωί που βιάζεσαι

και τρεις τη νύχτα

που λες πως ονειρεύεσαι

για να ξεχνάς.

 

ΤΑΞΙΔΕΥΩ

 

Ταξιδεύω σε μια κόλα λευκή

χτίζω τετράγωνα και κύκλους

χαράζω δρόμους

και τους αλλάζω και τους κρύβω

σε τοίχους, πόρτες, σιωπές

μνήμες πολύχρωμες,

που προστατεύω να μη φαίνονται

και περιμένουνε και δεν μιλούν.

 

ΚΑΙ ΚΟΝΤΟΣΤΕΚΟΜΑΙ

 

Και κοντοστέκομαι

και ξεψαχνίζω και παρατηρώ

μια δεν μπορώ και μια δεν φτάνω

κι αν φεύγω ξαναέρχομαι

κι αναρωτιέμαι κι απορώ

στα δεν πειράζει που με χάνω.

 

Και αντιστέκομαι

σε φόβους πού κρυώνουν τριγυρνώ

φτιάχνω απάγκια και τους βάνω

παραμιλώ και σκέφτομαι

ποιους δρόμους πρέπει να διαβώ

που να μπορώ να τους ζεστάνω.

 

Χρόνια να χτίζομαι

στις ιστορίες οπού κατοικώ

και πια δεν ξέρω τι τις κάνω

σαν τις ρωτώ σκορπίζομαι

σε λόγια που ακροβατώ

ποια παραμύθια να γλυκάνω.

 

Εδώ που βρίσκομαι

στην άκρη του καιρού και με κοιτώ

αλλάζοντας τα κάτω πάνω

νοιάζομαι μα και θλίβομαι

όνειρα σαν τακτοποιώ

που με πονάνε και δεν πιάνω.

 

ΧΡΙΣΤΟΎΓΕΝΝΑ

 

Χριστούγεννα και λείπει ο Χριστός από το σπίτι

σκοτώθηκε στον πόλεμο προχτές

μαντάτα, που παγώνουν, κρεμασμένα στο φεγγίτη

κι η λύπη κομματιάζει τις ευχές .

 

Τώρα από το σπίτι μας ο θάνατος δε λείπει

με μιαν εφημερίδα τυλιγμένος τριγυρνά

Πολέμησε και Σκότωσε, Γκρέμισ’ αυτό το σπίτι

και όταν κοιταζόμαστε την πόρτα μας, χτυπά.

 

Να είμ΄ εγώ, εσύ, ή αυτός που πεθαίνει

με μια πατρίδα αγκαλιά ξεσπιτωμένη

και με μια μοίρα στη σκλαβιά παραδομένη

που δε μπορεί και που δεν ξέρει να πεθαίνει;

 

Χρόνια πολλά, Χριστέ του Ιωσήφ, της Παλαιστίνης

Χρόνια Πολλά, Χριστέ των εφτάχρονων παιδιών που πενθούν

Χρόνια Πολλά στην ποδιά της μαυροφόρας εκείνης

πού ξεριζώθηκε μα λέει στους ανθρώπους ν’ αγαπούν.

 

Είναι Χριστούγεννα και όλα καλά

κοιμήσου παιδί μου και Χρόνια Πολλά

πες, ότι έχει ο Θεός κι έναν άλλο Χριστό

μπορεί εμένα, εσένα, τον καθένα, Αυτόν. 

 

ΓΕΝΕΘΛΙΑ

 

Μεγαλώνεις, μεγαλώνω

σαν ψηλώνεις χαμηλώνω

κάνεις όνειρα και λειώνω

που μυρίζουν και μεθώ.

 

Στις ματιές σου σκαρφαλώνω

γέλια και χαρές σηκώνω

τη ζωή μου διορθώνω

και σου λέω σ’ αγαπώ.

 

Πέντε χρόνια στερεώνω

παραμύθια που σκαρώνω

γιε μου δεν τα φανερώνω

να κρατήσουν για καιρό.

 

Αν καμιά φορά βουρκώνω

αν συχνά σε καμαρώνω

ποιος θα πει σε αρματώνω

αστεράκι μου μικρό.

 

Έτσι ψάχνω αν μπορέσω

τις ευχές μου να φυτέψω

στη ζωή σου πριν στερέψω

να καρπίσουν, πριν χαθώ.

 

ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ ΛΥΣΕΙΣ

 

Σκέφτεσαι λύσεις

μέσα στις τόσες παραιτήσεις

το πρόσωπο σου ν αντικρίσεις

πια δεν μπορείς.

 

Απαριθμήσεις

λογαριασμοί που δε θα κλείσεις

καθώς θα ψάχνεις για να ζήσεις

ν’ αναστηθείς.

 

Αμφισβητήσεις

και μόνιμες αναχωρήσεις

έστω κι αν φύγεις θα γυρίσεις

και θ’ απορείς.

 

Επαναλήψεις

διατιμημένες συνειδήσεις

που να σταθείς, που ν’ ακουμπήσεις

να μη χαθείς..

 

ΔΡΟΜΟΙ

 

Δρόμοι σε κύκλους αδειανούς

και κατευθύνσεις συγκεχυμένες

δρόμοι της εγκατάλειψης

και της κραυγής

της προσμονής και της ελπίδας

δρόμοι θανάτου και σιωπής

οι δρόμοι μας σήμερα. 

 

ΟΡΙΣΤΙΚΑ

 

Μαζί σου πέθανε οριστικά

ένα ανυπεράσπιστο ερωτηματικό

εκτεθειμένο

αφού δεν τα κατάφερε, κατά που όφειλε

να αποκατασταθεί

χωρίς να δώσει μιαν εξήγηση τέλος πάντων

μονάχα πέθανε

μαζί με το ενδεχόμενο μιας παραπάνω πλάνης

ίσως την πιθανότητα ενός πρόσθετου λάθους

ενός ακόμη θανάτου,

ενός επιπλέον καημού, αν εννοείς.

Και βέβαια μιλώ για σένα

τώρα που πέθανες για τα καλά

ετούτη τη φορά την τελεσίδικη

άσχετα από τους σεσημασμένους θανάτους

που επιτέλεσες,

περιστασιακούς ή και μεθοδευμένους

θανάτους ατυχείς

προσπαθώντας να μεταφέρεις το φόβο σου

να ξαναντύσεις την ψυχή σου, κατά που έλεγες

να λυτρωθείς.

Σήμερα πέθανες οριστικά

κάτω από το φως του αλαζονικού ήλιου

την ώρα πού σου μάθαινε

το πως διαλέγει επιλεκτικά, ποιους θα φωτίσει

μέσα από λιακάδες ανοιξιάτικες

και ποιους θα κάψει, ανεξαρτήτως καιρού .

ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΙΩΠΗΣ

Μνήμες που ρίζωσαν

στους δρόμους οπού περπατώ

στις ζωγραφιές που ξεσκονίζω

στα σκεπασμένα χρώματα

με τα καρφιά.

Μνήμες της φυλλωσιάς

και του αέρα που στεγνώνει

το δάκρυ του σύννεφου

μνήμες αγγέλων ακατοίκητες

στον ουρανό που κοιτάζω.

Μνήμες των ταξιδιών της σιωπής

της βροχής και της πέτρας

μνήμες του σούρουπου

οπού ματώνει κι αναπαύεται

σε βλέμμα υγρό.

Μνήμες πολύχρονες που συναντώ

σε δρόμους, σε δέντρα, σε τοίχους.

 

ΕΙΠΕΣ

 

Είπες περνάει ο καιρός, είπες αλλάζει

καθώς αλλάζει δρόμο η βροχή και ο άνεμος

πάνω στα τραίνα

κάθε που ξεφορτώνουν στους σταθμούς.

Κι αν ήταν φίλε μου μικρή ετούτη η ζωή

βαλθήκαμε και την ξοδέψαμε στο τσάμπα

πότε σε κύκλους και γραμμές ακαθόριστες

πότε σε απορίες και σιωπές παραιτημένες

σε αναμονές και όνειρα

που παγιδέψαμε εμείς.

Τώρα

τι να μου πεις για τη βροχή και τον άνεμο

τι για τα τραίνα με τις ελπίδες

για τη βροχή που μούσκεψε τη νύχτα μας

σε όνειρα δικαιολογίες και δισταγμούς.

Τι να μου πεις….

 

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ

 

Tώρα τα πλοία μας

περνούν από άλλους δρόμους

φορώντας χάρτινες σημαίες

γεμάτες κύματα.

 

ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ

 

Λες δεν πειράζει μια φορά

λες δεν πειράζει δυο φορές

κάποτε συνηθίζεις να λες

δεν πειράζει

είσαι ένας λυπημένος άνθρωπος

που δεν μιλά

και η ζωή σκυφτή μπρος στο μπαλκόνι σου

και η σημαία σου γερμένη στο κοντάρι της

αντίκρυ στο βοριά οπού φυσά

αποκομμένη και απρόθυμα

-πέρα από την όποια της συνθηκολόγηση-

αδύναμη και μόνη

καθώς κοιτά στον ουρανό

το δρόμο της βροχής και του σύννεφου

λες δεν πειράζει

την άλλη φορά θα γίνει Άνοιξη

και σκέφτεσαι αν θα προφτάσεις να τη δεις

έτσι

μέσα στην πρόφαση και μες στο δισταγμό

δίνοντας ολοένα παρατάσεις

-μπορεί και παραστάσεις κωμικές-

Ωστόσο,

για σένα ήταν μια υπόθεση δύσκολη

δεν ήταν πρόφαση

σαν έμαθες, πως τίποτα πια δεν πειράζει…

…κι ακούς τους άλλους να σου λένε διάφορα

και ύστερα και άλλους να τους λεν

πως πάει ξεχάστηκε, τον πήρε ο καιρός

και δεν πειράζει…

 

ΜΕΘΥΣΤΕΡΑ

 

Απ’ τα βαθιά ανέσυρα

κουτιά από ληγμένα φάρμακα,

μισογιατρεμένες σιωπές

κι απόπειρες ταξιδιών.

Έχτισα πόρτες και σκεπές

με συναρμογές πρόχειρες

ίσα μην πέσουνε και διαλυθούν,

ίσα για να προστατευτούν

από τη βροχή και το φόβο.

Ύστερα

ξεδίπλωσα μια πολυκαιρισμένη σημαία

ζωγράφισα το όνομα σου

με στυμμένα νυχτολούλουδα και γαρύφαλλα

-πού μπογιές- και την κρέμασα .

‘Όταν σε βρήκα

καλλιεργούσες ανέμους, χειραγωγούσες ποιήματα

και κόλλαγες μεταλλικά φτερά σε φώτα Νέον

με οξυγόνο.

Ξαφνικά πήρε να φυσάει φύσαγε, φύσαγε, φύσαγε,

έπιασε φωτιά, γλώσσες θεόρατες

κάψανε διαβατάρικα σύννεφα

και ήρθε και η βροχή

και όλα γίνανε βροχή, φωτιά,

απόγνωση και λάσπη.

Να θυμάσαι εκείνο το πρωί

είχα πάρει από έθνικ κατάστημα

ένα ανοιχτόχρωμο σάλι με κρόσσια γήινα ,

για να ταιριάζουνε στο μαύρο σου σακάκι

με τα ιδρωμένα καπνόφυλλα

που φύλαγες στη μέσα τσέπη

ιστορία και κειμήλιο .

Είχα αγοράσει ακόμη κι ένα πουκάμισο ουρανί

άσπρο και ουρανί

που θα φορούσα σε μεθύστερες μέρες

για να σου πω καλημέρα.

Μα τα ’βαλαν σε τσάντα χάρτινη,

δίχως διεύθυνση και φίρμα

κι όπως τα βρήκε η φωτιά και η βροχή

χάθηκαν, χάθηκαν ,χάθηκαν

και ούτε στάχτη.

Να θυμάσαι, το χαμόγελο

που μου χρωστάς.

 

ΠΕΡΝΑΕΙ

 

Περνάει ο καιρός περνάει

αέρας που τρέχει στα χάη

και δεν σταματά.

 

Μικρός ποταμός που μεθάει

δάκρυα στους ώμους φοράει

χωρίς να ρωτά.

 

Φεύγει η ζωή και γλιστράει

κρασί σε ποτήρι που σπάει

σωπαίνει, ξεχνά.

 

Κραυγή στον ιδρώτα γερνάει

ο τρόμος το φόβο ρωτάει

και δεν απαντά.

 

Περνάει ο καιρός περνάει

ζωή που στεγνώνει διψάει

ραγίζει, σκορπά.

 

Τ’ όνειρο αστέρια γεννάει

τους φέρνει και φως, τους γελάει

κι εδώ δεν κοιτά.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΕΙΡΑ.

 

Στην ίδια σειρά

αυτός που ακονίζει μαχαίρια

κι αυτός που μετράει τα αστέρια

στην ίδια σειρά

αυτός που σκοτώνει

κι αυτός που πληρώνει

στην ίδια σειρά

ένας σταυροκοπιέται

ο άλλος καταριέται

ο ένας σε φιμώνει

κι ο άλλος σε σταυρώνει

και σου γελά.

Ανάβουν οι σηματοδότες

πειθαρχημένοι στρατιώτες

μες στη σειρά

μέσα στ’ αγιάζι

κάποιος τρομάζει

ο άλλος σαρκάζει

λες, δεν πειράζει

στην ίδια σειρά ,

ένας παραπονιέται

ο άλλος δε μιλιέται

ο ένας είναι προδότης

κι ο άλλος Δον Κιχώτης

ο ένας με μαχαίρια

κι ο άλλος με τ’ αστέρια

να τα μετρά.

 

ΤΟΥ ΓΙΟΥ ΜΟΥ

 

Γιέ μου, λίγο πιο πριν δεν υπήρχες.

Ως τότε, εγώ

τσουρουφλιζόμουνα στο φως του κεραυνού

αναρωτιόμουνα κάθε που κυνηγούσα ελπίδες

-κάποιες τις κατασκεύαζα-και προσπαθούσα

και πάθαινα και μάθαινα χωρίς να ξέρω,

τίποτα περισσότερο από διαψεύσεις, αντοχές, κυνηγητά

από τους δρόμους που οι αθροίσεις

λιγοστεύουν τη ζωή και τα πράγματα

σαν ταξιδεύουν αδιάφοροι τις σιωπές των ανθρώπων

με χίλιους λόγους για να τρελαθούν.

Σε είχα ονειρευτεί να χτίζεις παραμύθια

να τα στολίζεις με αριθμούς και με ονόματα

ύστερα να τα κρεμάς με ανεμόσκαλες

απ’ το χαμόγελο του φεγγαριού

να μην τα φτάνουν οι κακοτοπιές και στα ξοδεύουν.

Σε αγάπησα τότε που δεν σε είχα.

Σε έβλεπα δικό μου στα πρόσωπα ξένων παιδιών

να ρωτάς και να γυρεύεις τον κόσμο

πάνω σε αλογάκια ξύλινα,

να μπουσουλάς και να κρατάς το δάχτυλο μου

και όπως σε κοιτούσα έλεγα μέσα μου

να δεις τι θα σου έχω εγώ, έλα να δεις.

Απρόσμενε, μικρέ μου αρχηγέ,

μάτια συνεπαρμένα που τρυγούν

το φως, την ευχή, τη λαχτάρα, εσύ μου έμαθες

ότι στεριώνουνε τα παραμύθια σαν γεννιούνται

από την έγνοια της αγάπης και για το δίκιο της ζωής.

Τώρα, θα μου δείχνεις, θα σου δείχνω

και θα τραβήξουμε μαζί

με τις φωνές και τη δροσιά της Άνοιξης σου

σε τόπους που υπόσχονται πως ξαγρυπνούν τα όνειρα

σε δρόμους πού δεν τα ρίχνουν στους γκρεμούς.

Να θυμάσαι

επειδή σε αγαπούσα απ’ τον καιρό που δεν σε ήξερα

σε αγαπώ και θα σε αγαπώ και όταν δεν θα μ’ έχεις.

Μόνο μη με ρωτήσεις αστεράκι μου για όλα τούτα

γιατί δεν φτάνουνε τα λόγια μου για να σου πω.

 

ΑΤΙΤΛΟ

 

Θα σου φέρνω

κουρέλια από τον πόλεμο

να στολίζεις

τις κούκλες που αγαπάς.

 

ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ

 

Κάθε πρωί ένα καλάθι αχρήστων

έξω από την πόρτα μας

μια παραπάνω κουβέντα

ένας ακόμη συμβιβασμός.

Είναι που βγήκαμε στο σφυρί

με όλα μας τα υπάρχοντα

με όλες τις υποσχέσεις μας

με ένα χαμόγελο, όχι δικό μας πια.

 

Ο ΑΕΡΑΣ

 

Για τα πανιά και το ταξίδι είναι ο αέρας έλεγαν

για να στεγνώνει τα ρούχα, τα νοτισμένα χώματα.

Εγώ τον έμαθα με τις αναπνοές, την κοκκινόσκονη του Λίβα

με τα καράβια και τα κύματα.

Τον έζησα με το χιονόνερο, που τρύπωνε στα λιόδεντρα ο βοριάς

μουσκεύοντας σκασμένα πρόσωπα και χέρια

τον έβλεπα στη σκόνη του καλοκαιριού,

ν’ ασπρίζει το περίγραμμα της αστιβίδας

να τρέχει και να κουλουριάζεται απάνω σε πεζούλια

να προσπερνά λιχνίζοντας έναν αγούδουρα ξεριζωμένο

κι ύστερα να κοπάζει να νικιέται και να χάνεται

στο φύλλωμα μιας χαρουπιάς, καταμεσήμερο Αυγούστου.

Ήταν και τ’ απογέματα στο βορεινό μπαλκόνι του σπιτιού

οπού φυσούσε αγριεμένος και με έσπρωχνε

κι ενώ αναρωτιόμουν και φοβόμουνα μην και με πάρει

κοιτούσα πως να κρατηθώ, για να χαζεύω λέει και να χάνομαι

στα σύννεφα που άλλαζαν διαρκώς σχήμα και χρώμα

στα όνειρα που στόλιζαν με ζωγραφιές τον ουρανό.

Πάλι θυμάμαι πως μας δρόσιζε

στεγνώνοντας απάνω μας τα ιδρωμένα ρούχα

όταν τρυγούσα με τη μάννα μου, ώρες ατέλειωτες με ήλιο φονιά.

Και όταν έπεφτε το σούρουπο και νοιώθαμε τη λάβρα

να δυσκολεύει τις αναπνοές τον περιμέναμε,

στις άκρες των γερμένων φύλλων, μήπως φανεί.

Με λένε Γιώργη και όχι Γιώργο, μικρό με φώναζαν Γιωργή

τότε που έφευγα για το σκολειό με πάνινη τσάντα

με σταχωμένο αλφαβητάρι και βλέμμα ανήξερο

στριμώχνοντας στην τσέπη μου ψωμί κι ελιές.

Έξω από το παράθυρο και μακριά στα πόδια του βουνού

σε λάκκους και σε κορυφές, παρατηρούσα κι έβλεπα

να χτίζεται να πλάθεται και να γεννιέται η ζωή πάνω στο χώμα

κι ύστερα να σηκώνεται, να φεύγει μόνη και να κατοικεί

σε προσμονές ευλογημένες, εκεί που άκουγα και λέγανε

πως πλένεται στεγνώνει και βαφτίζεται η μοίρα των ανθρώπων

με τη βροχή και τον αέρα του Θεού.

Τώρα λιγόστεψε ο αέρας και τα καράβια πάνε χωρίς πανιά .

 

XΩΜΑ

 

              Όχι στα δυτικά το κεφάλι είναι για τους νεκρούς.

              Για Ποιους νεκρούς μάννα;

              Για τους νεκρούς παιδί μου έτσι λένε, δεν ξέρω…

 

Φωνές χαμόγελα και δάκρυα δεν έχουν

δεν έχουν θρήνους φόβους και λυγμούς

ταξίδια, βιός και γυρισμό τώρα δεν έχουν

δεν περιμένει θάνατος γι’ αυτούς.

Καταμεσής του ουρανού και της νύχτας

ντυμένες τα παράπονα των εποχών

περιδιαβαίνουν οι ψυχές

αλλάζοντας ονόματα στο χώμα

σπέρνοντας σπόρους και ευχές

να παρηγορηθούν.

Θα δεις, βάζουν σημάδια και ξανάρχονται

στήνουν μεσίστιες σιωπές στον πόνο των ανθρώπων

για όσα δεν πρόφτασαν να ειπωθούν

από ψυχές ξεσπιτωμένες σε ανέκταφα σώματα

που δεν παραπονιούνται ούτε διεκδικούν.

Χώμα κατάδικο, και αλύτρωτο

σε αναποφάσιστες παραμονές σταματημένο,

σε μνήμες αδιαπραγμάτευτες

οπού ξανασκεπάζονται να κοιμηθούν.

Χώμα που ανακυκλώνεις το ντουνιά

χτίζοντας με τη σπιθαμή τις

αναπνοές των ανθρώπων

χώμα δικό μου χώμα,

σε σκάβω, σε πατώ, σε προσκυνώ

και σε κοιτάζω

πότε σε σπίτια με ανοιχτά παραθυρόφυλλα

για φρέσκο αέρα,

πότε σε μονοπάτια ταπεινά

πού ταξιδεύουν τη σταγόνα της βροχής

στα πόδια μιας μέλισσας καθώς τρυγάει μυρωδιές

στην άκρη ενός ελάχιστου φύλλου

ενός ανυποψίαστου βασιλικού, που μεγαλώνει

στην αυλή μου.

Μάνα μεγάλωσα πολύ

και δίχως να το θέλω έμαθα

πως οι νεκροί και το χώμα

δεν έχουν ορίζοντα και προσανατολισμό.

 

ΑΤΙΤΛΟ

 

Αδιέξοδο σου λέω σ’ αυτή την πόλη

οπού ο ένας γυρεύει να ζήσει

κι ο άλλος ζητά να πεθάνει

έτσι, στο τίποτα.

 

ΣΕ ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ

α.

Αητέ που ξέχασες στο λιόγερμα στις φτερούγες

πότε ο χρόνος της επιστροφής.

β.

Θαρθούνε μέρες που θα διαμαρτυρηθεί η σιωπή μας

και θα νοιώσουμε ότι δεν είμαστε μονάχοι σ’ αυτό τον κόσμο.

Περίμενε !

 

ΣΚΑΙΟΣ ΧΩΡΟΣ

 

Κρεμαστά της Βαβυλώνας πουλιά

ημερωμένα νερά του Ευφράτη

δουλοχτισμένοι τύμβοι,

λυγεροί, άχαροι σαρκοφάγοι.

Απόψε θα μασήσω

ένα κομμάτι από τη δάφνη σας

να δικαιολογήσω κι εγώ

την εποχή μου.

 

ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ.

 

Σπασμένες πόρτες, ραγισμένοι καθρέφτες.

Είναι η απώλεια της φωνής

του φόβου και του υπολογισμού

είναι εκείνα τα χιλιόμετρα της Εθνικής

με τους νεκρούς στα ρείθρα

να περιμένουν το γιατρό, ν’ αναγνωρίσει

τον επιτέλους θάνατο .

Με χειροπέδες τ’ απογέματα τελειώνουν

και το πρωί πλένονται μ’ εφιάλτες και με δάκρυα

ξανά .

Αλλοίμονο για αυτούς

που ακόμη κρύβονται στα παραμύθια

και ξεδιπλώνουν τη ζωή,

στις αποστάσεις και στα συντρίμμια τους

 

AΤΙΤΛΟ

 

Εκκολαπτόμενα αερικά και τρομαγμένοι αγγέλοι

δεμένοι με κομμάτια σύννεφα ταξιδεύουν.

Μέσα στις τσέπες τους κρατούν

ψιθύρους και αναπνοές των ζωντανών

κι ένα βιβλίο άκοπο με τα παράπονα των νεκρών

στα μυστικά του Θεού.

Χιλιάδες χρόνια δίπλα στα όνειρα των αστεριών

παλεύουν με βροντές και με αέρηδες

σέρνουν ευχές και κατάρες

πιάνουν κουβέντες με τον ουρανό

και κουβαλούν το γέλιο και το δάκρυ του

πότε στον ήλιο και πότε στη βροχή .

Αν έχεις μάθει να κοιτάς, τις νύχτες,

θα δεις που χαμηλώνουν ως τις στέγες των σπιτιών

ύστερα κατεβαίνουν στις αυλές τους

ανοίγουν πόρτες και παράθυρα

και μπαίνουνε αθόρυβα στον ύπνο των ανθρώπων.

Είναι εκείνες οι φορές οπού ξυπνάς αλαφιασμένος

χωρίς να είσαι σίγουρος για τίποτα

αν ήτανε, ας πούμε, ξενομπάτες ή σκιές

γιατί μες στο σκοτάδι

δεν γίνεται να ξεχωρίσεις και να πεις.

 

ΤΟ ΚΟΥΤΙ

                         Πρωτοχρονιά 2014 

                                    στην Κέλλυ

 

Όνειρα, όνειρα έχτιζα

τα έβαζα σε παραμύθια και τα στόλιζα

ύστερα τα τακτοποιούσα σε κουτιά προσεκτικά

τα σκέπαζα με ονόματα να μην κρυώνουν

τους έβαζα αριθμούς για να τα βρίσκω,

αν μου χάνονταν,

τα φρόντιζα σου λέω

τους μάθαινα στη σιωπή πώς να πορεύονται

τρόπους τους έδειχνα να κρύβονται, ν’ αντέχουν

τα χάιδευα και έλεγα, μη μου φοβάστε

θα είμαι πάντα εδώ μαζί σας

μαζί μου θα είστε και εσείς, μονάχα εσείς.

Έτσι περνούσε ο καιρός

μέχρι που η ζωή έλαχε και μου έφερε μιαν άλλη

που ήξερε από παραμύθια, όνειρα και σιωπές.

Πάλι κυλούσε ο καιρός και φεύγανε τα χρόνια

και φέραν ξαφνικά το θάνατο

και πάγωσαν τα παραμύθια και τα όνειρα

και ότι είχε απομείνει στα κουτιά.

Όταν σε βρήκα

αναρωτιόμουνα για το αν σβήνουν οι φωτιές

εάν κυοφορείται η ελπίδα μες στη λύπη

εάν ξαναβαφτίζονται το γέλιο και η χαρά.

Κι έγινες η Ανάσταση, Χριστουγεννιάτικα

με τη ζωή ενός μικρούλη Γιάννη

που θα του μάθω να κρατά

μια γομολάστιχα για αριθμούς

να ψάχνει και να αναγνωρίζει τη ζωή

από τις ζωγραφιές της

δίχως να ξαγρυπνά πάνω σε παραμύθια,

χωρίς να βάζει τα όνειρα του σε κουτιά

ούτε ν’ αναρωτιέται και να απορεί

γι’ αυτά και για μένα.

 

ΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΤΥΧΗ.

 

Τέσσερις τοίχοι

για ένα παράπονο π’ αμίλητο πληθαίνει

τέσσερις τοίχοι

και το παράθυρο που κλείνει σε πικραίνει.

 

Λόγια στην τύχη

στον ουρανό ένα αστέρι, πάλι ξεμακραίνει

λόγια στην τύχη

σβήνει το φως, κάποιος ξεχνιέται και πεθαίνει.

 

Τέσσερις τοίχοι

δεν έχουνε χαρά, μόνο μια λύπη που σωπαίνει

τέσσερις τοίχοι

και ο Θεός δεν έρχεται, δεν κατεβαίνει

 

Λόγια στην τύχη

δύσκολοι που είναι οι άνθρωποι, ποιος τους μαθαίνει

λόγια στην τύχη

πολλά τα ονόματα, κανείς δεν προφταίνει.

 

ΑΤΙΤΛΟ.

 

Για ποια βροχή, ποια θάλασσα

για ποιο καημό να σου μιλήσω

τώρα που πέτρωσε το βλέμμα μου

ταξίδι σταματημένο, στο πουθενά.

 

ΕΜΑΘΑ.

 

‘Eμαθα πως ξενυχτούν οι σιωπές,

πως εκπορεύονται

οι προσανατολισμοί των ψιθύρων,

η ηρεμία του φόβου πως κατοικεί

σε μάτια στεγνά.

 

ΜΕΤΑΚΟΜΙΖΩ.

 

Μετακομίζω

κάθε που νοιώθω τους δρόμους κλειστούς

μ ένα κομμάτι μου όλο και κάπου να ριζώνεται

όλο και κάπου να ξεμένει,

συναρμολογημένο σε λεπτομέρειες και πρόσωπα,

σε μνήμες και σιωπές νυχτερινές παγιδεμένο,

σαν ένα αίνιγμα που με αφήνει

μετέωρο και σκεπτικό.

 

Δ Ε Ν  Ε Ι Ν Α Ι .

 

Δεν είναι η ζωή που μου έδωσες

αλλά ο τρόπος

να μετρώ τους ανθρώπους

από τον τρόπο που τη μετρούν.

 

ΑΣΕ ΜΕ

 

Άσε με

να κοιμηθώ στα μάτια σου και να κλάψω

τώρα που δεν ξέρομε τι πρέπει να πούμε

τώρα που δεν έχομε τι άλλο να πούμε

πια.

 

ΚΡΥΒΟΜΑΙ

 

Ακόμα κρύβομαι

μέσα στους κύκλους

που ζωγραφίζω. 

 

ΝΑ ΜΑΚΑΡΙΖΕΙΣ

 

Να μακαρίζεις

του ανέμου το κλάμα,

να μακαρίζεις

που μπορείς και τ’ ακούς.

 

ΓΕΜΙΣΕ Ο ΚΟΣΜΟΣ

 

Γέμισε ο κόσμος με τρελούς

με στολισμένους , βλοσυρούς

μ εκτεθειμένους

με ανυποψίαστους σοφούς

κυνηγημένους κυνηγούς

παγιδευμένους.

 

Και υποκλινόμαστε σ’ αυτούς

τους θλιβερούς και τους θολούς

τους μπερδεμένους

που όλο μιλούν για σκοτωμούς

για τρομαγμένους για μικρούς

για φοβισμένους.

 

Γέμισε ο κόσμος με σκοπούς

καλοστημένους, νοσηρούς

διαφημισμένους

συγκεχυμένους μικροαστούς

σε ετοιμόρροπους ιστούς

σκαρφαλωμένους.

 

Και είμαστε όλοι σαν κι αυτούς

τους απαθείς κι αποδεκτούς

σαν τους χαμένους

κι όταν μιλάω δεν με ακούς

γιατί μπερδεύεις πια τρελούς

κι απελπισμένους.

 

ΑΤΙΤΛΟ

 

Νύχτες της βροχής

γράφεις τραγούδια της σιωπής

κομματιασμένης αστραπής

που σκοτώνει.

 

Χρόνια της στιγμής

μιας άδειας ζωής βιαστικής

που δεν θωρείς μα απορείς

σαν τελειώνει.

 

Μέρες αντοχής

ξυπνάς το φόβο της οργής

που προσπαθείς να μην διαβείς

μα σε λειώνει.

Πάντα απορείς

νούμερα όσα αριθμείς

λαβωματιάς σιωπηλής

που σιμώνει.

 

Ό, τι και να πεις

άλλο τα λόγια της αυγής

κι άλλο ο ίσκιος της κραυγής

που παγώνει .

 

Ξέρω δε μπορείς

φταίνε οι δρόμοι και αργείς

ψεύτικα φώτα της γιορτής

που τυφλώνει.

 

Σ Τ Ι Γ Μ Α

 

Ανώνυμοι σε γυμνωμένους δρόμους, με πέτρες μοναχές

που κρυώνουν

ανώνυμοι σε σπίτια άδεια, από γέλιο από χαρές

που παγώνουν.

 

Δεν είναι οπού ξεμείναμε σε περασμένες εποχές

που παλιώνουν

μα σ’ αναμνήσεις αδιάφορες που ακολουθούνε νεκρές

και σιμώνουν.

 

Σωπαίνοντας το κλάμα στη νύχτα κάποιες μικρούλες χαρές

χαμηλώνουν

μα είναι ψεύτικη η νύχτα που ούτε μεις ούτε αυτές;

μεγαλώνουν.

 

Να ξέρεις οι δικές μας στιγμές σε κάποιες παλιές γειτονιές

θα φυτρώνουν

καθώς με τη δροσιά στ’ απόβραδα, γεννιούνται οι κληματιές

και ψηλώνουν.

 

ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ ΛΥΣΕΙΣ.

 

Σκέφτεσαι λύσεις

μέσα στις τόσες παραιτήσεις

το πρόσωπο σου ν αντικρίσεις

πια δεν μπορείς.

 

Αμφισβητήσεις

και μόνιμες αναχωρήσεις

έστω κι αν φύγεις θα γυρίσεις

και θ απορείς.

 

Απαριθμήσεις

λογαριασμοί που δε θα κλείσεις

καθώς θα ψάχνεις για να ζήσεις

ν’ αναστηθείς.

 

Επαναλήψεις

διατιμημένες συνειδήσεις

που να σταθείς πού ν’ ακουμπήσεις

να μη χαθείς.