ΠΕΡΙ ΑΛΛΑ...    

Γιώργης Σερκεδάκης

ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ ΜΠΑΜΠΗΣ Φιλόλογος/ Μεταφραστής/ συγγραφέας

 

ΓΙΩΡΓΗ ΣΕΡΚΕΔΑΚΗ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ, Εκδόσεις των φίλων 2018, σελ. 106

 Ποιήματα γεμάτα ευαισθησία και παράπονο για τις απώλειες που μας επιφυλάσσει η ζωή.

Ο Γιώργος Σερκεδάκης δεν διακατέχεται από την «αγωνία της δημοσιότητας» για την οποία διακρίνονται όλοι (ή σχεδόν όλοι, υπάρχουν πάντα οι εξαιρέσεις) όσοι ασχολούνται με τα γράμματα και τις τέχνες. Χωρίς ποτέ να πάψει να γράφει ποίηση, έχει εκδώσει μέχρι σήμερα μόλις τρεις ποιητικές συλλογές και ένα παιδικό βιβλίο με ποιήματα, και μάλιστα όλες συμπεριλαμβανομένου και του παιδικού, με εξαίρεση την πρώτη, εκτός εμπορίου. Αυτές είναι «Ανθρωπόσημο» (1978), «Αμφίλεκτα» (1981), «Περί ανέμων και υδάτων» (1989) και φέτος το «Μπαμπά, είναι μυστικό, δεν το λέμε», το οποίο το παρακολουθούσα κατά τη διάρκεια της κυοφορίας του πριν εκδοθεί, και πάλι εκτός εμπορίου, ένα βιβλίο-συνομιλία με τον μικρό Γιαννάκη, τον γιο του. Μου θύμισε το παιδικό βιβλίο του φίλου μου του Γιώργου Βοϊκλή «Η Λαμπερούλα», ένα έργο που υπογράφει μαζί με την κόρη του Καλή, δωδεκάχρονη τότε, με την οποία το συνέγραψε. 

 Ένα μεγάλο μέρος των ποιημάτων του Γιώργου είναι αυτοβιογραφικά. Παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το «Σκαρφαλωμένος».

Σαράντα χρόνια από τις εφτά ως τις τέσσερις,

ξόδεψες τη ζωή σου

σε εγγραφές και σε πιστωτικά σημειώματα,

σε ελιγμούς και καθωσπρέπει υποχωρήσεις,

σπουδάζοντας τη συμπεριφορά των αριθμών

και των ανθρώπων

κατά τον τρόπο που εξαργυρώνονται (σελ. 14).

 

  Μεγάλο το πρόβλημα του να βγάλεις τον άρτο τον επιούσιον. Φαντάζομαι έτσι θα ένιωθε και ο Καβάφης για τη δουλειά του στο Γραφείο Αρδεύσεων, όπου εργάστηκε τριάντα χρόνια. 

  Αρκετά άλλα ποιήματά του αποτελούν έκφραση μιας ψυχικής οδύνης. Κάποια αφιερώνει στην πρώτη του γυναίκα η οποία υπέκυψε σε δυο πολύχρονες αρρώστιες. Μάλιστα με αφορμή την έκδοση των ποιημάτων της (Μαρία Λογοθέτη, «Πριν και μετά»), την οποία επιμελήθηκε μεταθανάτια ο Γιώργος, κάναμε τη γνωριμία μας. Να παραθέσουμε την αρχή και το τέλος από το «Σε θυμάμαι».

 

Σε θυμάμαι

σαν μια φιγούρα γερμένη στον ώμο μου

γεμάτη ανασφάλεια και μοναξιά

σε θυμάμαι

σαν ένα λυπημένο χαμόγελο

που κρύφτηκε απορημένο

και χάθηκε.

 

  Αλλά η Μαρία υπάρχει και σε άλλα ποιήματα, χωρίς να ονοματίζεται. Παραθέτουμε το τέλος του «Τώρα».

 

τώρα,

τώρα σε ψάχνω στους ψιθύρους της νύχτας

και σ΄ απογέματα κομματιασμένα και μοναχικά

μπολιασμένα

από το θάνατο και τον πόνο σου (σελ. 19).

 

  Ο θάνατος τον στοιχειώνει. Παραθέτουμε ολόκληρο το «Να μακαρίζεις».

 

Να μακαρίζεις

του ανέμου το κλάμα,

να μακαρίζεις

που μπορείς και τ΄ ακούς (σελ. 24).

 

  Να μακαρίζω

που κάθομαι εδώ και γράφω αυτές τις γραμμές.

 

  Ο θάνατος της Μαρίας αποτελεί γι΄ αυτόν ένα βιογραφικό και συναισθηματικό ορόσημο. Δεν είναι τυχαίο που χωρίζει τα ποιήματα της συλλογής σε δυο ενότητες, με τη δεύτερη να επιγράφεται «Ποιήματα περιόδου 2010-2017».

    Όλα τα ποιήματα δείχνουν μια ευαισθησία ψυχής μεταγγισμένης σε εξαιρετικούς στίχους. Ουκ εν τω πολλώ το ευ, ο Καβάφης κάτι ήξερε.

  Τα περισσότερα ποιήματα είναι σύντομα. Πάντα μου άρεσαν τα σύντομα ποιήματα γιατί δείχνουν να αποτελούν αστραπές έμπνευσης σε αντίθεση με τα πολύστιχα, που αναπόφευκτα κάνουν «κοιλιές». Το «Κρύβομαι» είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό.

 

Ακόμα κρύβομαι

μέσα στους κύκλους

που ζωγραφίζω (σελ. 13)

 

  Επίσης το «Δεν έχω κώδικες».

 

Δεν έχω κώδικες

δεν έχω λόγια πια.

Είναι που χάθηκα

μέσα στις λέξεις (σελ. 15)

 

  Διπλή εξαίρεση αποτελεί το ποίημα «Γιε μου» (θα ήταν τότε το πολύ δύο χρονών): πολύστιχο (καλύπτει δυο ολόκληρες σελίδες), αλλά με όλους τους στίχους του εξαίρετους.

  Αλλά πάντα από τους καλούς στίχους ξεχωρίζουν οι καλύτεροι· ή καλύτερα, για να μην ξεχάσω την αντίληψή μου de gustibus non est disputandum, ξεχώρισα στίχους που μου άρεσαν περισσότερο. Παραθέτω κάποιους.

 

Γιε μου, λίγο πιο πριν δεν υπήρχες.

Ως τότε, εγώ

τσουρουφλιζόμουνα στο φως του κεραυνού…

Σε ονειρεύτηκα να χτίζεις παραμύθια

να τα στολίζεις με αριθμούς και με ονόματα

ύστερα να τα κρεμάς με ανεμόσκαλες

από το φως του φεγγαριού

να μην τα φτάνουν οι κακοτοπιές

και τα ξοδεύουν (σελ. 82).

 

  Και βέβαια το δίστιχο που μοιάζει να βγαίνει από νανούρισμα:

 

Φεγγάρι φεγγαράκι μου, γιε μου μονάκριβέ μου

Ήλιε και αστεράκι μου, μικρούλη και αητέ μου (σελ. 83).

 

  Κάποια ποιήματα όπως το «Εσύ» είναι μια αποστροφή στο Θεό.

 

Εσύ

να μας περιεργάζεσαι από ψηλά

κλεισμένος στο φως σου

κι εμείς

εδώ, στα χαμηλά

χαμοσερνάμενοι και φοβισμένοι

ψάχνομε το δικό μας το φως.

Εσύ, καταμεσής του ουρανού

αναπαυμένος στη δόξα σου (σελ. 45).

 

  Στο «Θα σε πολεμήσω» εκφράζει την αγανάκτησή του.

 

Θα σε πολεμήσω Κύριε

με ματωμένα βαμβάκια από θρομβωμένες φλέβες,

δάκρυα από κολλύρια κι οράσεις περιφερικές

Θα σε κυνηγήσω Κύριε

με τη δύναμη του θυμού και της ανημποριάς (σελ. 66).

 

  Όμως η ζωή συνεχίζεται. Το «Κουτί» είναι αφιερωμένο στην Κέλλυ, που του χάρισε το γιο του.

 

Όταν σε βρήκα,

αναρωτιόμουνα για το αν σβήνουν οι φωτιές

εάν κυοφορείται η ελπίδα μες στη λύπη

εάν ξαναβαφτίζονται το γέλιο και η χαρά.

 

κι έφερες την Ανάσταση, Χριστουγεννιάτικα,

με τη ζωή ενός μικρούλη Γιάννη

που θα του μάθω να κρατά

μια γομολάστιχα για αριθμούς

να ψάχνει και ν΄ αναγνωρίζει τη ζωή 

από τις ζωγραφιές της.

 

  Γιώργο, καλοτάξιδη να είναι αυτή η ποιητική σου συλλογή, και με το καλό και η επόμενη.

 

  Μπάμπης Δερμιτζάκης